O άγιος Γερμανός

Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

12η Μαΐου

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 640 μ.Χ. Πατέρας του ήταν ο πατρίκιος Ιουστινιανός, που τον ανέθρεψε με μεγάλη ευσέβεια. Όταν έγινε 20 ετών έμεινε ορφανός από πατέρα, τον οποίο σκότωσε ο Κωνσταντίνος ο Πωγωνάτος, αφού τον συμπεριέλαβε μεταξύ αυτών, που σκότωσαν τον πατέρα του. Τον Γερμανό, αφού τον ευνούχησε, τον κατέταξε στον κλήρο της Εκκλησίας. Αυτός, φημισμένος για την αρετή, τη μόρφωση και την αγιότητα της ζωής του, εκλέχθηκε μητροπολίτης Κυζίκου στο 37ο έτος της ηλικίας του. Αργότερα, όταν χήρεψε ο Πατριαρχικός θρόνος, με την γνώμη του βασιλιά Αναστασίου και τη ψήφο της συγκλήτου του κλήρου και του λαού, ανέβηκε στον οικουμενικό θρόνο (715 μ.Χ.). Από τη θέση αυτή αφιέρωσε όλες τις ηθικές και πνευματικές του δυνάμεις, διδάσκοντας και νουθετώντας το λαό με τα συνεχή κηρύγματά του. Κατόπιν ο εικονομάχος βασιλιάς Λέων ο Ίσαυρος ζήτησε από τον Άγιο να συμμορφωθεί με τα ασεβή διδάγματά του. Ο Άγιος όχι μόνο δεν υπάκουσε, αλλά παρότρυνε το λαό σε αντίσταση. Αναγκάστηκε να παραιτηθεί, αφού κατέθεσε το ωμοφόριό του πάνω στην Αγία Τράπεζα. Αποσύρθηκε σε ένα πατρικό του κτήμα, το Πλατάνιο και μετά από σύντομη αρρώστια πέθανε σε ηλικία 100 ετών, στις 12 Μαΐου 740 μ.Χ. Η ταφή του έγινε στη Μονή της Χώρας.

Ἀπολυτίκιον του Αγίου Γερμανού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και του Αγίου Επιφανίου Επισκόπου Κύπρου.

Ἦχος α’ Τοῦ λίθου σφραγισθέντο

Ξυνωρίδα τῆς θείας Ἐκκλησίας τὰς σάλπιγγας, Γερμανὸν σοφὸν Ἱεράρχην, καὶ κλεινὸν Ἐπιφάνιον, τιμήσωμεν προφρόνως οἱ πιστοί, τὸν μὲν ὦς ἐν φρονήματι στερρῶ ὑπὲρ τῆς Χριστοῦ εἰκόνος, τὸν θεομάχον Λέοντα ἐλέγξαντα, ὡς μάστιγα δὲ αἱρέσεων δεινήν, τὸν ἅγιον Ἐπιφάνιον, Οὗτοι γὰρ ἐκτενῶς ὑπὲρ ἡμῶν, ἀεὶ πρεσβεύουσι.