Ο όσιος Δωρόθεος

13η Αυγούστου

Ο αββάς (=πατήρ) Δωρόθεος είναι μεγάλη ασκητική μορφή του 6ου αιώνος, που όμως στον πολύ κόσμο παραμένει άγνωστη. Ωστόσο, σε αυτούς που αγαπούν τη μελέτη των πατερικών κειμένων είναι γνωστός από το βιβλίο με τις θαυμάσιες ομιλίες του και το οποίο θα μνημονεύσουμε πιο κάτω.

Σε νεαρή ηλικία πήγε σε ένα κοινόβιο μοναστήρι, στο οποίο ηγούμενος ήταν ο αββάς Σέριδος. Σε κοντινή απόσταση από το μοναστήρι ζούσαν τότε οι δυο μεγάλοι ασκητές Βαρσανούφιος και Ιωάννης, οι οποίοι είναι γνωστοί από το βιβλίο “Βίβλος Βαρσανουφίου και Ιωάννου”, που περιέχει τις σοφές απαντήσεις που έδιναν σε διάφορα ερωτήματα πνευματικής φύσεως. Επειδή ήταν έγκλειστοι, λάμβαναν γραπτώς τις ερωτήσεις και πάλι γραπτώς έδιναν τις απαντήσεις. Αυτούς τους αγίους ησυχαστές τους σεβόταν πάρα πολύ και με τη σύμφωνη γνώμη του ηγουμένου Σερίδου τους συμβουλευόταν για κάθε σοβαρό θέμα που είχε σχέση με την πνευματική του πορεία και δεν έκανε τίποτα χωρίς τη σύμφωνη γνώμη τους.

Στο συναξάρι του οσίου Δωροθέου αναφέρονται ερωτήσεις του προς τους μεγάλους αυτούς ασκητές, καθώς και οι σοφές απαντήσεις που λάμβανε. Αναφέρουμε ένα μόνο παράδειγμα. Κάποτε ο λογισμός τον ξεσήκωσε να φύγει από το μοναστήρι και να πάει στην έρημο για να ζήσει με περισσότερη ησυχία και προσευχή, αφού στο νοσοκομείο της μονής όπου διακονούσε είχε πολλούς περισπασμούς και δεν έβρισκε ησυχία και αρκετό χρόνο για προσευχή, και ανησυχούσε μήπως έτσι “χάσει την ψυχή του”. Φανέρωσε το λογισμό του στον αββά Ιωάννη, όπως το συνήθιζε, και στη συνέχεια έκανε υπακοή. Η πραγματικά θεόπνευστη συμβουλή του μεγάλου ασκητή σημάδεψε τη ζωή και τη μεγάλη πνευματική πορεία του νεαρού τότε μοναχού Δωροθέου. Του είπε ότι ησυχία είναι το να φυλάει κανείς την καρδιά του από δόσεως και λήψεως και ανθρωπαρεσκείας και των λοιπών ενεργειών. Για να δρέψει τους καρπούς της ησυχίας, πρέπει πρώτα να βγάλει φύλλα της άσκησης και της πρακτικής ζωής, δηλαδή να κάνει υπακοή και υπομονή. Αλλά και ο αββάς Βαρσανούφιος, που είχε και αυτός ερωτηθεί, έδωσε την ίδια απάντηση. Έτσι, ο Δωρόθεος παρέμεινε στην υπακοή, τη διακονία και την υπομονή και σημείωσε μεγάλη πρόοδο στην πνευματική ζωή.

Όταν όμως ήρθε το “πλήρωμα του χρόνου”, αναχώρησε στην έρημο σε ώριμη πλέον πνευματική ηλικία. Ήθελε να ζήσει και να τελειώσει τη ζωή του ως ησυχαστής. Ο Θεός όμως είχε άλλα σχέδια γι’ αυτόν, αφού τον ήθελε ποιμένα και οδηγό ψυχών. “Όσο απέφευγε την ευθύνη, τον περισπασμό και τη δόξα, τόσο αυτά τον καταδίωκαν”.

Γύρω του μαζεύτηκε ένας μεγάλος αριθμός μοναχών, γεγονός που τον ανάγκασε να ιδρύσει μοναστήρι. Στο βιβλίο που αναφέραμε στην αρχή και που τιτλοφορείται: “Αββά Δωροθέου – Έργα ασκητικά”, αναφέρονται οι λόγοι και οι διδασκαλίες προς τους μαθητές του. “Οι διδασκαλίες αυτές είναι μάλλον προφορικές ομιλίες που μας διασώθηκαν με χειρόγραφα των ακροατών του, οι οποίοι αρχικά κατέγραψαν τα κεντρικότερα σημεία και νοήματα κάθε θέματος και αργότερα με την επίβλεψή του τα ανέπτυξαν”. Μερικές από αυτές είναι: “Για την υποταγή”, “Για την ταπεινοφροσύνη”, “Για τη συνείδηση”, “Για το κτίσιμο και αρμολόγημα των αρετών της ψυχής”, “Για το ότι πρέπει να φροντίζουμε να κόβουμε γρήγορα τα πάθη πριν εξοικειωθεί μαζί τους η ψυχή”, “Για τις άγιες νηστείες” κ.λπ. Πρόκειται για καταπληκτικές ομιλίες που δίνουν απάντηση σε μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα, δημιουργούν έμπνευση, αλλά και έφεση για βίωση της ορθόδοξης πνευματικής ζωής.

Μελετώντας κανείς τον όσιο Δωρόθεο κατανύσσεται και ανάβει μέσα του ο πόθος για προσευχή. Ταυτόχρονα, αισθάνεται στην ψυχή μια παρηγοριά και μια γλυκύτητα. Ξεχνάει τον πόνο και τα βάσανά του, μάλλον διδάσκεται τρόπους να τα υπερβαίνει. Αισθάνεται ακόμα και έλεγχο συνειδήσεως, αλλά όχι απελπισία και απόγνωση. Αισθάνεται θλίψη για τα πάθη και τις αμαρτίες, αλλά και ελπίδα αφού υπάρχει μετάνοια. Βαθύς ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, είναι ακριβολόγος, αλλά και γεμάτος επιείκεια. Άλλωστε, έτσι συμβαίνει με όλους τους Αγίους. Όσο αυστηροί είναι στον εαυτό τους, τόσο επιεικείς είναι στους άλλους.

Θα αναφερθούν πολύ σύντομα και επιλεκτικά κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο με τις ομιλίες του:

“Τίποτα δεν ξεγυμνώνει τόσο τον άνθρωπο και δεν τον οδηγεί στην εγκατάλειψη, όσο η καταλαλιά, η κατάκριση και η εξουδένωση του πλησίον. Καταλαλιά είναι το να διαδίδεις με λόγια τις αμαρτίες και τα σφάλματα του πλησίον, π.χ. έκανε εκείνο ή το άλλο. Κατάκριση είναι το να κατηγορήσει κανείς τον ίδιο τον άνθρωπο λέγοντας ότι αυτός είναι ψεύτης, οργίλος κ.λπ.”. “Πιστέψτε με, ότι και από τα πάθη και τους πολέμους ανακουφίζεται όποιος με επίγνωση υπηρετεί έναν άρρωστο”. “Τίποτα απολύτως δε σβήνει τα πάθη, όπως η ευσπλαχνία”. “Κανένας απ’ αυτούς που λένε ψέματα δεν ενώθηκε με τον Θεό”. “Ποτέ δεν πρέπει να πιστεύεις στις υποψίες σου, γιατί είναι ψεύτικες και βλάπτουν. Επειδή δεν υπάρχει τίποτα βαρύτερο από τις υποψίες. Είναι τόσο πολύ βλαβερές, γιατί μένουν πολύ καιρό μέσα μας και αρχίζουν να μας πείθουν να νομίζουμε ότι βλέπουμε καθαρά, πράγματα που ούτε υπάρχουν, ούτε έχουν γίνει”.