Ο άγιος Κορνήλιος

ο Εκατόνταρχος

13η Σεπτεμβρίου

Ήταν Ρωμαίος εκατόνταρχος, θεοσεβούμενος, όχι όμως και ειδωλολάτρης. Προσήλθε στον χριστιανισμό με τη διδασκαλία του αποστόλου Πέτρου, έπειτα από οπτασία που είχαν και οι δύο. Μετά την κατήχηση και τη βάπτισή του, όπως αναφέρει η παράδοση, ο Κορνήλιος δίδαξε το Ευαγγέλιο στη Φοινίκη, την Κύπρο, την Αντιόχεια και την Έφεσο. Ο απόστολος Πέτρος του ζήτησε να επισκεφθεί την πόλη Σκεψεών της Μυσίας, της οποίας οι κάτοικοι ήταν ειδωλολάτρες. Τελικά, έγινε επίσκοπος Σκήψης της Μυσίας. Εκεί, το έργο του Κορνηλίου ήταν καρποφόρο, χάρη στη θαρραλέα ομολογία του μεταξύ των ειδωλολατρών. Αλλά καταγγέλθηκε στον έπαρχο Δημήτριο, ο οποίος τον συνέλαβε και τον πίεσε να αρνηθεί τον Χριστό, αφού τον οδήγησε μέσα σε ειδωλολατρικό ναό μπροστά σε πλήθος κόσμου. Τελικά, ο Κορνήλιος όχι μόνο έμεινε σταθερός στην ομολογία του, αλλά βρήκε και την ευκαιρία να διδάξει το Ευαγγέλιο σε όσους βρίσκονταν μέσα στο ναό. Μεταξύ αυτών ήταν η σύζυγος και ο γιος του επάρχου. Προανήγγειλε μεγάλο σεισμό, από τον οποίο όμως υποσχέθηκε ότι ο Δημήτριος, η σύζυγός του και το παιδί του δε θα πάθαιναν τίποτα, και βγήκε από το ναό. Τα λόγια αυτά έβαλαν σε απορία τον έπαρχο. Πράγματι, μόλις ο Κορνήλιος βγήκε από το ναό, έγινε μεγάλος σεισμός που έριξε το ναό και έθαψε πολλούς κάτω από τα ερείπιά του. Τη σύζυγο όμως και το γιο του επάρχου τους βρήκαν δια θαύματος ζωντανούς. Τότε, ο έπαρχος με όλη του την οικογένεια και σχεδόν όλη την πόλη βαπτίστηκαν χριστιανοί. Έτσι, ο Θεός αξίωσε τον πρώην εθνικό Κορνήλιο να γίνει «απόστολος και διδάσκαλος εθνών». Για τον Κορνήλιο μιλούν οι Πράξεις των Αποστόλων στο 10ο κεφάλαιο:

Πραξ Ι΄1-35

Στην Καισάρεια υπήρχε κάποιος που λεγόταν Κορνήλιος, εκατόνταρχος από την στρατιωτική μονάδα που ονομαζόταν «Ιταλική». Αυτός ήταν ευσεβής και θεοφοβούμενος μαζί με όλη την οικογένειά του. Έκανε ελεημοσύνες στο λαό και προσευχόταν πάντοτε στον Θεό. Μια μέρα, γύρω στις τρεις το απόγευμα, είδε καθαρά σε ένα όραμα, έναν άγγελο του Θεού να μπαίνει στο σπίτι του και να του λέει: «Κορνήλιε». Αυτός κοίταξε τρομαγμένος τον άγγελο και είπε: «Τι είναι, Κύριε;». Και ο άγγελος του είπε: «Οι προσευχές σου και οι ελεημοσύνες σου ανέβηκαν στον ουρανό προς τον Θεό και ο Θεός δε σε ξεχνάει. Και τώρα στείλε στην Ιόππη ανθρώπους και κάλεσε να έρθει εδώ ο Σίμων, που λέγεται Πέτρος». Την επόμενη μέρα μπήκαν στην Καισάρεια. Ο Κορνήλιος τους περίμενε και είχε καλέσει τους συγγενείς του και τους στενούς φίλους του. Καθώς έμπαινε ο Πέτρος, τον προϋπάντησε ο Κορνήλιος, έπεσε στα πόδια του και τον προσκύνησε. Τότε ο Πέτρος άνοιξε το στόμα του και είπε: «Πραγματικά αναγνωρίζω ότι ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις προσώπων, αλλά σε κάθε έθνος, όποιος σέβεται τον Θεό και εφαρμόζει τη δικαιοσύνη στην ζωή του, γίνεται δεκτός από Αυτόν».

Ἀπολυτίκιον

Δικαιοσύνης διαπρέπων τοῖς ἔργοις, τὸν φωτισμὸν τῆς εὐσεβείας ἐδέξω καὶ ἀποστόλων σύμπονος ἐδείχθης ἀληθῶς· τούτοις κοινωνήσας γάρ, δι’ ἐνθέων καμάτων τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκωσιν ἀνέκραξας πᾶσι· μεθ’ ὧν δυσώπει σῴζεσθαι ἡμᾶς τοὺς σὲ τιμῶντας, παμμάκαρ Κορνήλιε.