Η Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού

14η Σεπτεμβρίου

Ο Μέγας Κωνσταντίνος μετά τη νίκη του εναντίον του Μαξεντίου – φοβερού διώκτη των χριστιανών – με τη δύναμη του Σταυρού, που είδε αποτυπωμένο στον ουρανό με γράμματα που σχημάτιζαν την φράση “εν τούτω νίκα” ανάμεσα σε αστέρια, ασπάστηκε τον χριστιανισμό μαζί με τη μητέρα του Ελένη. Τότε, είχε διατάξει να κατασκευαστεί ένας χρυσός σταυρός, ο οποίος προπορευόταν του στατεύματός του. H αγία Ελένη πήγε το 326 μ.Χ. στην Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και να ευχαριστήσει τον Θεό για τους θριάμβους του γιου της στις μάχες. Και μολονότι ήταν ογδόντα χρονών, ανέπτυξε νεανική και ακούραστη δραστηριότητα. Ανήγειρε πολλούς ναούς και παρεκκλήσια, αλλά ο ευσεβής της πόθος ήταν η αποκάλυψη του Γολγοθά, κάτι για το οποίο ενδιαφερόταν και ο αυτοκράτορας γιος της. Ο αγιασμένος με το αίμα του Ιησού Χριστού λόφος είχε αποτελέσει από τον πρώτο κιόλας αιώνα ιερό χώρο προσκυνήσεως και ευλάβειας. Ο αυτοκράτορας Αδριανός το 136 μ.Χ. αποφάσισε να κρύψει τον Γολγοθά ιδρύοντας ναό στην Αφροδίτη. Νόμιζε ότι έτσι θα εξαφάνιζε την ανάμνηση αυτού του τόπου, αλλά η πράξη του αυτή λειτούργησε ακριβώς για τη διαιώνισή του. Διότι, παρά τις πολλές αναστατώσεις που επήλθαν στο έδαφος και τις τοποθεσίες της Ιερουσαλήμ, η θέση του Γολγοθά παρέμενε προσδιορισμένη. Ο ειδωλολατρικός αυτός ναός υπήρξε αψευδής και ακαταμάχητος μάρτυρας της ταυτότητας και της γνησιότητάς του.

Έτσι, η αγία Ελένη άρχισε τις ανασκαφές και αποκάλυψε τον Γολγοθά, αφού πρώτα εξαφάνισε κάθε ίχνος εθνικού ναού, που ήταν αφιερωμένος στη θεά της σάρκας και που αποτελούσε άρνηση του πνεύματος της αγνότητας και της αυταπάρνησης. Κατά τη διάρκεια των εργασιών, που πολλές φορές παρακολουθούσε από κοντά και η ίδια, βρέθηκαν τρεις σταυροί. Μεγάλη η συγκίνηση. Προφανώς ήταν οι δύο που δέχτηκαν τα σώματα των εκατέρωθεν του Χριστού συσταυρωθέντων ληστών και ο τρίτος ήταν ο καθαγιασμένος από το Τίμιο Αίμα του Σωτήρος. Ποιος ήταν όμως από τους τρεις; Ένα διακριτικό γνώρισμα εκείνου του σταυρού ήταν το ιδιαίτερο σχήμα του, καθώς οι άλλοι ήταν σχηματισμένοι κατά το στοιχείο Τ. Αλλά είτε διότι η κορυφή του σταυρού πάνω στην οποία κολλήθηκε η επιγραφή ‘‘Ιησούς ο Ναζωραίος ο βασιλιάς των Ιουδαίων’’ στα εβραϊκά, στα ελληνικά και στα ρωμαϊκά δεν υπήρχε πλέον, είτε και διότι η βεβαίωση της ταυτότητας έπρεπε να εκδηλωθεί κατά πανηγυρικότερο και ασφαλέστερο τρόπο, έγινε το εξής. Σε μία ευγενή και ευσεβέστατη κυρία που ήταν άρρωστη, η αγία Ελένη και ο τότε επίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος, μαζί με αρκετούς ιερείς και πιστούς χριστιανούς, ακούμπησαν πάνω στο σώμα της καθέναν από τους τρεις αυτούς σταυρούς. Και η φανέρωση ήταν πανηγυρική! Μόλις ακούμπησαν επάνω της τον τελευταίο σταυρό, η ασθενής έγινε τελείως υγιής. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, η γυναίκα αυτή είχε ήδη πεθάνει και ο σταυρός του Κυρίου την ανέστησε.

Η είδηση ξεπέρασε γρήγορα τα όρια της Ιερουσαλήμ και προκάλεσε μεγάλη συρροή πιστών, που είχαν τον πόθο να πλησιάσουν και να δουν το Τίμιο Ξύλο. Ο καθένας αγωνιζόταν να προλάβει τον άλλο, αλλά η βιασύνη και η ανυπομονησία αυτή έφερε ακόμα και δυστυχήματα από τον πολύ συνωστισμό. Έτσι, αποφασίστηκε να γίνει τελετή στο ναό, να στηθεί τόπος ψηλός από όπου θα υψωνόταν ο Σταυρός, ώστε οι πιστοί να τον δουν και να τον προσκυνήσουν. Ο επίσκοπος Μακάριος έδειξε από ψηλά τον Τίμιο Σταυρό στα συναγμένα πλήθη των χριστιανών και σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος καθιερώθηκε από την Εκκλησία, η εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου.

Μέρος του Τιμίου Ξύλου έφερε η αγία Ελένη στο Μέγα Κωνσταντίνο μαζί με τα καρφιά με τα οποία είχε καρφωθεί το σώμα του Θεανθρώπου. Και ένα από τα καρφιά αυτά ο ευσεβής αυτοκράτορας το έθεσε στην περικεφαλαία του ευτυχής, διότι έτσι λαμπρυνόταν η περικεφαλαία του με το σεβαστό αυτό κειμήλιο.

Ο Τίμιος Σταυρός υψώθηκε και δεύτερη φορά το 628 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, όταν ο αυτοκράτορας Ηράκλειος επέστρεψε θριαμβευτής από τον πόλεμο εναντίον των Περσών, οι οποίοι το έτος 614 μ.Χ. είχαν λεηλατήσει την Παλαιστίνη και είχαν μεταφέρει στη χώρα τους τον Τίμιο Σταυρό.

Ἀπολυτίκιον

Σῶσον, Κύριε,τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς βασιλεῦσι κατὰ βαρβάρων δωρούμενος καὶ τὸ σὸν φυλάττων διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα.