Ο άγιος νεομάρτυς Μιχαήλ
ο Βουρλιώτης
16η Απριλίου
Γεννήθηκε στα Βουρλά της Μικράς Ασίας και εργαζόταν στη Σμύρνη ως χαλκουργός. Αργότερα, εργάστηκε στο καφενείο ενός Τούρκου. Όταν ήταν 18 ετών, και κατά το πρώτο Σάββατο των νηστειών, με δόλο εξισλαμίστηκε από το αφεντικό του. Κατά την ημέρα, όμως, της Αναστάσεως άκουσε τους συνομηλίκους του να ψάλλουν με χαρά το «Χριστός Ανέστη». Ο Μιχαήλ συναισθάνθηκε τότε το αμάρτημα της αποστασίας του, εγκατέλειψε το καφενείο και συνέψαλε, μαζί μ’ αυτούς, τους ύμνους της Ανάστασης του Κυρίου.
Την επομένη, όταν οδηγήθηκε μπροστά στον κριτή, του είπε: «Όταν ένας γελαστεί και δώσει χρυσάφι και πάρει μολύβι, νόμιμο είναι να δώσει πίσω το μολύβι και να πάρει το χρυσάφι που έδωσε, διότι η αλλαξιά δεν έγινε δίκαια και εν γνώσει, αλλά με απάτη και αγνωσία. Επομένως, πάρε εσύ το μολύβι που μου έδωσες αντί χρυσαφιού, δηλαδή τη δική σου θρησκεία, και παίρνω εγώ πίσω το χρυσάφι που σου έδωσα, δηλαδή των γονιών μου την πίστη».
Οι κριτές θαύμασαν από την απάντηση του νέου και προσπάθησαν με διάφορες κολακείες να μεταστρέψουν τη γνώμη του. Ο νεομάρτυρας, όμως, επέμενε και έτσι τον έκλεισαν στη φυλακή. Μετά από δύο μέρες τον έβγαλαν από τη φυλακή και τον ρώτησαν εάν και πάλι επιμένει στη χριστιανική του πίστη. Ο Μιχαήλ με θάρρος απάντησε καταφατικά και έτσι καταδικάστηκε σε θάνατο. Αποκεφαλίστηκε το 1772 μ.Χ. και το ιερό του λείψανο ρίχτηκε στη θάλασσα. Το περισυνέλεξαν κάποιοι χριστιανοί βαφείς και το έθαψαν με τιμές στον ναό της αγίας Φωτεινής στη Σμύρνη.