Η οσία Αθανασία

της Αίγινας, η Θαυματουργός

18η Απριλίου

Καταγόταν από την Αίγινα, όπου και γεννήθηκε από θεοσεβή οικογένεια. Από νεαρή ηλικία είχε δείξει την αγάπη της για τον Χριστό και την επιθυμία της να αφιερωθεί σε Αυτόν. Όμως, οι γονείς της την πίεζαν να παντρευτεί. Τελικά, η Αθανασία παντρεύτηκε, αλλά λίγες μέρες μετά το γάμο της ο σύζυγός της δολοφονήθηκε από πειρατές που έκαναν επιδρομή στην Αίγινα. Η Αγία τότε θεώρησε πως μπορεί επιτέλους να πραγματοποιήσει τον πόθο της και να γίνει μοναχή. Ούτε όμως αυτή τη φορά τα κατάφερε, καθώς την εποχή εκείνη εκδόθηκε διάταγμα το οποίο πρόσταζε όλες τις άγαμες και χήρες γυναίκες να παντρευτούν ειδωλολάτρες. Έτσι, η Αθανασία βρέθηκε για δεύτερη φορά παντρεμένη παρά τη θέλησή της. Όμως, με υπομονή και με τη δύναμη της πίστης έπεισε το σύζυγό της να καρεί μοναχός. Έπειτα από το θάνατο του συζύγου της και αφού μοίρασε την περιουσία της στους φτωχούς, κατέφυγε μαζί με άλλες γυναίκες σε ασκητήριο, του οποίου έγινε μάλιστα ηγουμένη. Αφού πέρασε μεγάλο διάστημα σε έναν τόπο πιο ήσυχο, μετέβη σε ασκητήριο του Βυζαντίου, όπου έμεινε 7 χρόνια και κατόπιν επέστρεψε στο ασκητήριό της, όπου αναπαύθηκε ειρηνικά.

Περισσότερα...

Καταγόταν από την Αίγινα, όπου γεννήθηκε και ανατράφηκε με απλότητα και ευσέβεια. Επικρατούσα θρησκεία ήταν ακόμα η ειδωλολατρική. Ο χριστιανικός όμως σπόρος βλάσταινε σε διάφορες πόλεις και ομάδες αγίων εκλεκτές αποτελούσαν τη “ζύμη” την προορισμένη να “ζυμώσει” όλη την ελληνική χώρα.

Η Αθανασία ανήκε στο εκλεκτό αυτό σώμα. Χριστιανή εκ γενετής είχε λάβει ευσεβεστάτη ανατροφή. Αλλά στην ζωή της θα παρουσιάζονταν δυσκολίες που έμελλαν να αναδείξουν τη δύναμη της πίστης της. Παντρεύτηκε σε νεαρή ηλικία, αλλά δεκαέξι μέρες μετά το γάμο της έχασε τον άντρα της, θύμα πειρατών που επιτέθηκαν στο νησί. Έτσι παρέμεινε παρθένα, χήρα θα λεγαμε, αφιερωμένη εξ ολοκλήρου στην προσευχή και την ελεημοσύνη. Μετά από λίγα χρόνια, βασιλική προσταγή που εκδόθηκε για να εξαφανίσει τις χριστιανικές οικογένειες, διέταζε όλες τις νέες και τις χήρες γυναίκες που βρίσκονταν σε ελληνικούς τόπους να πάρουν άντρες ειδωλολάτρες. Η Αθανασία εδέησε να υποκύψει στη διαταγή, αλλά η πίστη της κέρδισε τη νίκη. Ο σύζυγός της τόσο τη θαύμασε για τις μεγάλες αρετές της, ώστε όχι μόνο την αγάπησε με όλη του την ψυχή αλλά και αναγνώρισε την ηθική τελειότητα και υπεροχή της. Εκείνη προσευχήθηκε θερμά να τον φωτίσει ο Ιησούς Χριστός και η δέησή της εισακούστηκε. Ο σύζυγός της δέχτηκε το άγιο βάπτισμα και η χαρά της υπήρξε μεγάλη. Αλλά οι ανεξερεύνητες βουλές του Θεού επέτρεψαν να της δοθεί και δεύτερη πληγή. Απέμεινε και πάλι χήρα.

Τα γεγονότα αυτά δεν κλόνισαν την ευσέβειά της, ούτε άνοιξαν τα χείλη της σε γογγυσμό. Δόξαζε τον Θεό, τον Κύριο της ζωής και του θανάτου, Αυτόν που ξέρει να ευεργετεί και μέσα από τις συμφορές. Μοίρασε στους φτωχούς όλα τα υπάρχοντά της και αποσύρθηκε σε κάποιο ησυχαστήριο μαζί με άλλες χριστιανές γυναίκες και παρθένους, που είχαν επίσης δοκιμάσει τις πικρίες της ζωής. Μεταξύ αυτών η Αθανασία έδειξε όλα τα χαρίσματα της εκλεκτής ψυχής της. Δεν συμπεριφερόταν σαν προϊσταμένη, ούτε καν σαν ίση, αλλά σαν κατώτερη από όλες, υπηρετώντας τις ανάγκες τους, αγρυπνώντας στις ασθένειές τους, δίνοντας πρώτη το παράδειγμα της ταπεινοφροσύνης και της αδελφικής αφοσίωσης και αγάπης. Αργότερα, σε προχωρημένη ηλικία πλέον μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμεινε σε ένα ασκητήριο για επτά χρόνια, αλλά η καρδιά της ήταν πάντοτε στο ησυχαστήριο στην Αίγινα και στις εκεί εν Χριστώ αδελφές της. Επανήλθε λοιπόν και έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής της μαζί τους.

Δώδεκα μέρες πριν το θάνατό της προεγνώρισε ότι ο Θεός έμελλε να την ανακαλέσει από αυτόν τον κόσμο. Χωρίς να ταραχτεί, με λύπη γιατί άφηνε τις προσφιλείς συντρόφους τόσο μεγάλης πνευματικής συμβίωσης, αλλά και με τη χαρά ότι πήγαινε προς τον Σωτήρα και βραβευτή των δικαίων Χριστό, κάλεσε τις μοναχές και τους ανακοίνωσε το τέλος που πλησίαζε. Εκείνες λυπήθηκαν και άρχισαν να κλαίνε, αλλά η αγία Αθανασία τις παρηγόρησε με την ελπίδα της γρήγορης συνάντησης στην άλλη ζωή. Φρόντισε να γίνει η εκλογή της ηγουμένης τους για να συνεχιστεί χωρίς δυσκολίες η συμβίωσή τους και να διατηρηθεί ο δεσμός της αδελφικής τους αγάπης. Αφού έγινε κι αυτό έμεινε απολύτως ήρεμη. Την ημέρα του θανάτου της κάλεσε κοντά της τις μοναχές, τις απηύθυνε λόγους παρηγορητικούς και συνετούς, τις παρακάλεσε να διατηρούν πάντα μία ψυχή και καρδιά, έψαλε κατόπιν αυτή, έψαλαν κι εκείνες – είχε εξομολογηθεί και κοινωνήσει την προηγούμενη μέρα- και έπειτα παρέδωσε το πνεύμα της με γαλήνη, δηλώνοντας στις παρισταμένες ότι τις περιμένει στον ουρανό.

Η είδηση του θανάτου της έφερε πολλούς κατοίκους του νησιού στο ασκητήριο. Εκεί γονάτισαν μπροστά στο λείψανό της πενθώντας και κλαίγοντας όλοι όσοι είχαν δεχτεί βοήθεια από τα χέρια της και παρηγοριά από τα λόγια της. Αρκετοί μάλιστα θεραπεύτηκαν κατά την ώρα του ενταφιασμού της.