Ο άγιος Αθανάσιος ο Μέγας

Πατριάρχης Αλεξανδρείας

18η Ιανουαρίου

Ο Μέγας Αθανάσιος (295-373 μ.Χ.), σοφός και υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, καταγόταν από την Αλεξάνδρεια, όπου διετέλεσε Αρχιεπίσκοπος της εκεί Εκκλησίας.

Κατά τα 45 χρόνια της αρχιερατείας του υπήρξε, κατά τον εγκωμιαστή του Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο «στύλος της Εκκλησίας» και ο κατ’ εξοχήν «πατήρ της Ορθοδοξίας». Εξορίστηκε, καταδιώχθηκε, αλλά όντας βέβαιος ότι αγωνίζεται για την αλήθεια, έμεινε άκαμπτος.

Ο Μέγας Αθανάσιος αγωνίστηκε όσο λίγοι για τη διαφύλαξη των αληθειών της ορθόδοξης πίστης, την οποία προσπαθούσαν να αλλοιώσουν οι αιρετικοί, οι οποίοι τον πολέμησαν με λύσσα. Με συκοφαντίες και κάθε λογής μηχανορραφίες κατάφεραν να τον εξορίσουν πολλές φορές και να τον απομακρύνουν από το ποίμνιό του. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι από τα σαράντα έξι χρόνια που ήταν Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, τα δεκαέξι τα πέρασε στην εξορία. Αλλά και από εκεί δεν έπαψε να μάχεται υπέρ του ποιμνίου του και εναντίον της αιρέσεως.

Σε νεαρή ηλικία, 26 περίπου χρονών, έλαβε μέρος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο των 318 Πατέρων που έγινε στη Νίκαια της Μ. Ασίας (325 μ.Χ.) εναντίον της αιρέσεως του Αρείου και αγωνίστηκε για το ομοούσιο των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Διάκονος τότε, ως εκπρόσωπος του Πατριάρχη Αλεξανδρείας, και με ατράνταχτα επιχειρήματα κατέδειξε την πλάνη και το ψεύδος των διδασκαλιών του Αρείου. Αλλά και αργότερα, ως Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, με δυνατό λόγο, προφορικό και γραπτό, διατύπωσε με σαφήνεια τις αλήθειες τις οποίες οι αιρετικοί διέστρεφαν. Ότι, δηλαδή, ο Χριστός δεν είναι κτίσμα, αλλά “ο Υιός και Λόγος του Θεού, τέλειον γέννημα του Πατρός, γέννημα δε όχι κατά θέλησιν, αλλά κατά φύσιν. Δεν προήλθε διότι το ηθέλησεν ο Πατήρ, αλλά διότι είναι μέσα εις την φύσιν του Πατρός να γεννά τον Υιόν και μέσα εις την φύσιν του Υιού να γεννάται. Τούτο ακριβώς συνιστά την διαφοράν αυτού από τα κτίσματα. Είναι εικών και ομοίωσις του Πατρός, ενώ ο άνθρωπος είναι απλώς κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, άναρχος και Αυτός, όπως ο Πατήρ”.

Όμως τον Άγιο περίμενε μεγάλη δοκιμασία, καθώς ο Κωνσταντίνος Β΄ ήταν οπαδός του αρειανισμού και για το λόγο αυτό καταδίωξε και εξόρισε τον Αθανάσιο, η πίστη του οποίου τον ανέδειξε τελικά νικητή. Εκοιμήθη το 373 μ.Χ.

Στο ιδιαίτερο κοντάκιο, ο Αθανάσιος παρουσιάζεται να φυτεύει τα ορθόδοξα δόγματα, να αποκόπτει τα αγκάθια των αιρετικών κακοδοξιών που φυτρώνουν ανάμεσα στα χρήσιμα φυτά και ποτίζοντας το φυτώριο της ορθόδοξης διδασκαλίας του με την άφθονη χάρη του Αγίου Πνεύματος να πληθαίνει το σπόρο της πίστεως και να παράγει «καρπόν εκατονταπλασίονα».

Περισσότερα...

Σπουδές και μόρφωση

Γεννήθηκε το 295 ή 296 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια από χριστιανούς Έλληνες γονείς, φτωχούς, αλλά πολύ ευσεβείς. Τα μέσα των γονιών του δεν του επέτρεπαν συστηματική και πολυετή φοίτηση σε ανώτερες σχολές. Μπόρεσε όμως να προσλάβει εγκύκλιο φιλοσοφική παιδεία, όπως μαρτυρεί ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ο Αθανάσιος, άλλωστε, ήταν από τις φύσεις εκείνες οι οποίες μπορούσαν να αξιοποιήσουν θαυμάσια από μόνες τους αυτά που πήραν από το σχολείο. Διάνοια πλούσια προικισμένη από τον Θεό, με γενναία αυτοκαλλιέργεια και ανύψωση, μπόρεσε να λάμψει όχι μόνο ως μεγάλος στρατευόμενος ηγέτης της Εκκλησίας, αλλά και ως μεγάλος ακριβολόγος δογματικός και ως απολογητής, όχι μόνο προς τους αιρετικούς, αλλά και προς φιλοσόφους που ήταν πολέμιοι του χριστιανισμού.

Ο Αθανάσιος διάκονος

Αναγνώστης χειροθετήθηκε κατά πάσα πιθανότητα το 312 μ.Χ. Το 320 μ.Χ., δηλαδή σε ηλικία 25 ή 26 ετών, χειροτονήθηκε διάκονος από τον εβδομηκονταετή τότε αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος κατάλαβε τι μεγάλο θησαυρό είχε φέρει κοντά του ο Θεός. Όταν ο δολιότατος και θρασύτατος Άρειος τάραξε την Εκκλησία της Αλεξανδρείας με τις δυσσεβείς διδασκαλίες του περί του Υιού και Λόγου του Θεού, στον Αθανάσιο, που ήταν γραμματέας του, βρήκε πολύτιμο σύμβουλο και αγωνιστή.

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος και ο Αθανάσιος

Όταν το 325 μ.Χ. με πρόσκληση του Μεγάλου Κωνσταντίνου έπρεπε να μεταβούν για την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια οι επίσκοποι της Ανατολής και της Δύσης, ο Αλεξανδρείας Αλέξανδρος, εβδομήντα πέντε ετών τότε και φιλάσθενος, με τις τότε δυσχέρειες των ταξιδιών δίσταζε να μεταβεί. Πήρε θάρρος με τις προτροπές του Αθανασίου – αρχιδιακόνου του τότε – ο οποίος και θα τον συνόδευε. Ο ίδιος μεν ο Αθανάσιος δεν συμμετείχε στις συνεδριάσεις και συζητήσεις της Συνόδου. Υπήρξε όμως τόσο σπουδαίος παράγοντας στις προσυσκέψεις και τις προσυζητήσεις, ώστε να πει το 339 μ.Χ. γι’ αυτόν η Σύνοδος της Αλεξανδρείας ότι αυτός, κυρίως, σταμάτησε τη νόσο του αρειανισμού.

Σύμφωνα με τον βιογράφο J. Quasten ήταν υπερβολικά θαρραλέος, ανένδοτος μπροστά στον κίνδυνο ή τις κακοτυχίες και χωρίς να τρομάζει από κανένα άνθρωπο, ήταν σταθερός πρωταγωνιστής της πίστεως της Νίκαιας. Οι αρειανοί τον θεωρούσαν ως τον κύριο εχθρό τους και έκαναν τα πάντα για να τον καταστρέψουν. Για να τον φιμώσουν, επιστράτευσαν τη βοήθεια της πολιτικής δύναμης και της διεφθαρμένης εκκλησιαστικής εξουσίας.

Η εκλογή του σε Αρχιεπίσκοπο

Τον Απρίλιο του 328 μ.Χ. ο γηραιός Αλέξανδρος εκοιμήθη. Ο Αθανάσιος απουσίαζε σε αποστολή στην Κωνσταντινούπολη και ο επιθανάτιος εξέφρασε προς τους παρόντες κληρικούς και τους προκρίτους του ποιμνίου του ότι ήθελε διάδοχό του τον Αθανάσιο. Έτσι κι έγινε τον Ιούνιο του 328 μ.Χ. Κλήρος και λαός εξέλεξε με πανηγυρικό τρόπο τον Αθανάσιο, παρά τις λυσσώδεις αντιδράσεις των αρειανών. Ο Αθανάσιος ήταν τότε 33 ετών. Και μάλιστα, η αναίδεια και η θρασύτητα των φίλων του Αρείου λάλησε προς τον Μ. Κωνσταντίνο κατά της εκλογής αυτής.

Πρώτες ποιμαντικές φροντίδες

Όπως μαρτυρείται από τις ποιμαντικές επιστολές που στάλθηκαν με την ευκαιρία της γιορτής του Πάσχα σε όλη την αρχιεπισκοπή Αλεξανδρείας και σε όλη την Αίγυπτο, πρώτη φροντίδα του Αθανασίου υπήρξε η ενίσχυση της πίστης και της χριστιανικής ζωής του ποιμνίου του. Επιχείρησε συγχρόνως προς το σκοπό αυτό να γνωρίσει όλες τις ανάγκες της επαρχίας του με περιοδεία στη Θηβαΐδα, την Πεντάπολη, την Όαση του Αμμών και την κάτω Αίγυπτο. Παντού η υποδοχή που του γινόταν ήταν εξαιρετικής θερμότητας και πανηγυρικότητας. Όταν κατευθυνόταν προς το Σαΐδ, ήρθε να τον χαιρετίσει ο περίφημος μοναστηριακός αρχηγός και οργανωτής Παχώμιος με πλήθος μοναχών του. Έκτοτε οι δύο μεγάλοι θρησκευτικοί αρχηγοί της Αιγύπτου, αυτός των πόλεων και αυτός των ερήμων που κατοικήθηκαν, συνδέθηκαν στενά. Ο Παχώμιος ονόμαζε τον Αθανάσιο “χριστοφόρο άντρα”, “πατέρα της ορθοδόξου του Χριστού πίστεως” και του έστελνε συχνά επιστολές του κάθε φορά που οι μοναχοί του μετέβαιναν στην Αλεξάνδρεια. Από τα πρώτα έργα του Αθανασίου θεωρείται και η χειροτονία του Φρουμέντιου σε Επίσκοπο Αξώμης και η ίδρυση της ιεραποστολής στην Αβησσυνία.

Αρχή αγώνων

Ο Άρειος, μετά την καταδίκη του από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια, είχε εξοριστεί. Εν τω μεταξύ οι φίλοι του μηχανεύονταν πώς θα πετύχαιναν την ανάκλησή του. Δεδομένου ότι ο Κωνσταντίνος ο Μέγας εξακολουθούσε να θεωρεί εγκυρότατες τις πράξεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, αντιλαμβάνονταν ότι πρώτα έπρεπε να πεισθεί ο αυτοκράτορας για την πλήρη συμμόρφωση του Αρείου με την πίστη που είχε διατυπωθεί στη Σύνοδο. Ο Άρειος, με την ελαστικότατη συνείδησή του, δεν δυσκολεύτηκε να παίξει το ρόλο αυτό και έστειλε με τον Νικομηδείας Ευσέβιο ομολογία πίστεως στον Κωνσταντίνο που ήταν σύμφωνη προς το πνεύμα της Οικουμενικής Συνόδου. Όταν το 330 ή 331 μ.Χ. του επετράπη να επανέλθει – διότι τα της εξορίας ήταν δικαιοδοσία του βασιλιά – διαβεβαίωσε και προσωπικά τον βασιλιά για την ειλικρίνεια της ομολογίας του. Ο Κωνσταντίνος, πιστεύοντας και θεωρώντας ότι η επάνοδος του Αρείου θα έπαυε τη μεγάλη δυσφορία των οπαδών του και θα εξυπηρετούσε την ειρήνη και της Εκκλησίας και του Κράτους, επέτρεψε στον Νικομηδείας Ευσέβιο να ανακοινώσει τα γεγονότα στον Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας και να τον παρακαλέσει να δεχτεί τον Άρειο στους κόλπους της αλεξανδρινής Εκκλησίας στην οποία ανήκε και να δηλώσει ότι αυτή ήταν και επιθυμία του βασιλιά. Ο Αθανάσιος, μελετώντας την ομολογία που είχε υποβληθεί, είδε τη δολιότητά της και απάντησε αρνητικά στον Ευσέβιο εξηγώντας του ταυτόχρονα τα αίτια της άρνησής του.

Ο βασιλιάς δεν ήταν φυσικά κάτοχος της ακρίβειας των θεολογικών όρων. Ο Ευσέβιος όμως, που ήταν κοντά του, επέμεινε ότι ο Αθανάσιος δυστροπούσε αδικαιολόγητα. Ακολούθησε, λοιπόν, και βασιλική επιστολή προς τον Αθανάσιο, από την οποία δεν έλειπαν και μεγάλες απειλές.

Η Εκκλησία σε λίγους ανθρώπους έχει δώσει την προσωνυμία “Μέγας”. Μεταξύ αυτών εξέχουσα θέση κατέχει ο άγιος Αθανάσιος. Πολύ χαρακτηριστικά είναι τα παρακάτω που έχουν γραφτεί γι’ αυτόν: “Σπανίως το επωνύμιον Μέγας εκάλυψε τόσον ουσιαστικόν περιεχόμενον όσον εις την περίπτωσιν του Αθανασίου Αλεξανδρείας. Μέγας εις τον ζήλον, μέγας εις την αγάπην, μέγας εις την αγιότητα, μέγας εις την ορθοδοξίαν. Με αυτά τα προσόντα του είναι τώρα τόσον ζωντανός εις την συνείδησιν του χριστιανικού πληρώματος όσον ήτο και όταν εζούσε σωματικώς”. Αλλά και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον επιμνημόσυνο λόγο του στον Μέγα Αθανάσιο αρχίζει με τη χαρακτηριστική φράση: “Αθανάσιον επαινών, αρετήν επαινέσομαι”. Πράγματι, υπήρξε υπόδειγμα αρετής, αφού αυτή είναι καρπός αληθινής κοινωνίας με τον ζώντα Τριαδικό Θεό.

Συγγραφικό Έργο – Κοίμηση

Στο συγγραφικό του έργο ο Μέγας Αθανάσιος τονίζει τις βασικές αλήθειες της πίστης μας. Έχουν τέτοια αξία τα συγγράμματά του, που ένας γέροντας, ο αββάς Κοσμάς, έλεγε: «Όταν βρεις λόγο του αγίου Αθανασίου, κι αν δεν έχεις χαρτί, στα ρούχα σου να τον γράψεις».

Στο ιδιαίτερο κοντάκιο ο Αθανάσιος παρουσιάζεται να φυτεύει τα ορθόδοξα δόγματα, να αποκόπτει τα αγκάθια των αιρετικών κακοδοξιών που φυτρώνουν ανάμεσα στα χρήσιμα φυτά και ποτίζοντας το φυτώριο της ορθόδοξης διδασκαλίας του με την άφθονη χάρη του Αγίου Πνεύματος να πληθαίνει το σπόρο της πίστεως και να παράγει «καρπόν εκατονταπλασίονα».

Απεβίωσε στις 2 Μαΐου του 373 μ.Χ. Η μνήμη του τελείται τη 18η Ιανουαρίου μαζί με τη μνήμη του αγίου Κυρίλλου και τη 2α Μαΐου (ημέρα της κοιμήσεώς του).

Ἀπολυτίκιον τῶν ἱεραρχῶν Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Ἔργοις λάμψαντες Ὀρθοδοξίας, πᾶσαν σβέσαντες κακοδοξίαν, νικηταὶ τροπαιοφόροι γεγόνατε, τῇ εὐσεβείᾳ τὰ πάντα πλουτήσαντες, τὴν Ἐκκλησίαν μεγάλως κοσμήσαντες, ἀξίως εὕρατε Χριστὸν τὸν Θεὸν εὐχαῖς ὑμῶν, δωρούμενον πᾶσι τὸ μέγα ἔλεος.