Η οσία Μαρία

η Αιγυπτία

1η Απριλίου

Η οσία Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο το 345 μ.Χ. (κατ’ άλλους το 520 μ.Χ.). Από νωρίς αναπτύχθηκε η ωραιότητα του σώματός της. Παρά τις συμβουλές γονέων και ιερέων, ακολούθησε το δρόμο της διαφθοράς και της ακολασίας για δεκαεπτά χρόνια. Η θεία πρόνοια όμως δεν την άφησε. Ο πανάγαθος και πολυεύσπλαγχνος Θεός ενήργησε το δικό Του σχέδιο σωτηρίας. Οδήγησε τα βήματά της μαζί με άλλους απρόσεκτους νέους στους Αγίους Τόπους την ημέρα της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.

Φτάνοντας στην είσοδο της εκκλησίας, η Μαρία αισθάνθηκε την ανάγκη να εισέλθει στην εκκλησία και να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό. Μάταια όμως. Μια αόρατη δύναμη την εμπόδιζε να περάσει την είσοδο του ναού. Η αλλαγή στα βάθη της καρδιάς της ήδη είχε αρχίσει. Παρακάλεσε την Παναγία να της επιτρέψει να εισέλθει στο ναό και να προσκυνήσει δίνοντας την υπόσχεση ότι θα ακολουθούσε την οδό της σωτηρίας και της λύτρωσης. Έπειτα, με θεία νεύση, πήγε στην έρημο του Ιορδάνη, όπου εξομολογήθηκε και κοινώνησε το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Για 50 ολόκληρα χρόνια (κατ’ άλλους 47 χρόνια) ακολούθησε αυστηρή άσκηση και προσευχή.

Δε συνάντησε ποτέ κανέναν άνθρωπο, παρά μόνο τον ιερομόναχο Ζωσιμά ο οποίος, λίγο πριν παραδώσει το πνεύμα της στον Κύριο, της προσέφερε τον «άρτον της ζωής», τη Θεία Κοινωνία. Με την αυστηρή της άσκηση έκαψε το αμαρτωλό παρελθόν της και συγχρόνως έγινε μεγάλο παράδειγμα μετανοίας. H μνήμη της εορτάζεται την 1η Απριλίου και την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Περισσότερα...

Η μνήμη της Αγίας τελείται κανονικά κάθε χρόνο την 1η Απριλίου. Για λόγους πνευματικούς όμως, καθόρισε η Εκκλησία μας να ψάλλουμε την ιερή Ακολουθία της και την τελευταία Κυριακή της Τεσσαρακοστής «προς διέγερση των ραθύμων και των αμαρτωλών σε μετάνοια, έχοντας υπόδειγμα την εορταζομένη αγία», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει το Συναξάρι.

Η ζωή της «μοιάζει πολύ με μυθιστόρημα με τα πιο απίθανα και συγκλονιστικά στοιχεία». Ήταν μόλις 12 χρονών όταν ξεστράτισε από το πατρικό της σπίτι, βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια και παραδόθηκε στις αμαρτωλές σαρκικές ηδονές. Σε αυτόν τον άσωτο βίο πέρασε συνολικά δεκαεπτά έτη.

Κάποτε, θέλησε από περιέργεια ή από θεία πρόνοια να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους. Πλήθος ανθρώπων έφευγε για τα Ιεροσόλυμα προκειμένου να προσκυνήσουν κατά τη μεγάλη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Μαζί τους βρέθηκε και η Μαρία, που ακόμη και τότε δε σταμάτησε το αμαρτωλό έργο της.

Όταν προσπάθησε να εισέλθει στον πανίερο ναό της Αναστάσεως του Κυρίου, διαπίστωσε έκπληκτη πως μια αόρατη δύναμη την εμπόδιζε. Οι προσκυνητές την προσπερνούσαν και έμπαιναν στην εκκλησία με ευλάβεια και φόβο Θεού. Η ίδια όμως, όσες προσπάθειες και αν έκανε, έμενε πάντα απ’ έξω. Κι ήταν ακριβώς τότε που «εκείνη η καρδιά, που πλήγωνε τόσους άνδρες και τους έριχνε στην αμαρτία, κατενύγη, πληγώθηκε και δάκρυσε. Και αμέσως μέσα της τα πάντα πήρανε το δρόμο της αλλαγής, της μετάνοιας, της επιστροφής στο δρόμο του Θεού. Βάζει εγγυήτρια την Παναγία και υπόσχεται: αν αφεθεί να μπει και να ιδεί τον Τίμιο Σταυρό, να μη μολύνει πια το σώμα της με την αμαρτία, παρά να το φυλάξει, με αρετή και σωφροσύνη, μακριά από σαρκικές επιθυμίες και ηδονές. Και μπήκε η Μαρία ευκολότατα μέσα στην εκκλησία, προσκύνησε το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού και, τηρώντας την υπόσχεση που έδωκε στην Παναγία, φεύγει από τα Ιεροσόλυμα την ίδια μέρα. Πέρασε τον Ιορδάνη ποταμό και προχώρησε στο βάθος της ερήμου. Εκεί, μόνη, σαν ένα αγριοπούλι της ερήμου, έζησε με προσευχή και με άσκηση μια ζωή σκληρότατη και πραγματικά αγγελική και υπεράνθρωπη επί σαρανταεφτά ολάκερα χρόνια».

Και κανείς δε θα ήξερε την ιστορία της, παρά μόνο ο Θεός, εάν στα τέλη της ζωής της δεν είχε επιτρέψει η θεία χάρις να συναπαντηθεί με έναν γέροντα ασκητή, τον αββά Ζωσιμά, στον οποίο διηγήθηκε τη ζωή της. Η Μαρία αξιώθηκε από τον Θεό να κοινωνήσει τα άχραντα Μυστήρια τη Μεγάλη Πέμπτη τους έτους 378. Την ίδια ημέρα παρέδωσε την οσία ψυχή της στον Θεό και έγινε κάτοικος του Παραδείσου κοσμώντας το αμάραντο στεφάνι της δόξας της Εκκλησίας μας με έναν πολύτιμο μαργαρίτη. Ο ίδιος Γέροντας βρήκε νεκρό το σώμα της – να το φυλάει μάλιστα ένα λιοντάρι της ερήμου! – και πάνω στο χώμα γραμμένη τη φράση: «Αββά Ζωσιμά θάψε εδώ το σώμα της άθλιας Μαρίας. Πέθανα την ίδια μέρα που κοινώνησα τα άχραντα Μυστήρια. Να προσεύχεσαι για μένα».

Ἀπολυτίκιον

Φωτισθεῖσα ἐνθέως Σταυροῦ τῇ χάριτι, τῆς μετανοίας ἐδείχθης φωτοφανὴς λαμπηδών, τῶν παθῶν τὸν σκοτασμὸν λιποῦσα πάνσεμνε· ὅθεν ὡς ἄγγελος Θεοῦ, Ζωσιμᾷ τῷ ἱερῷ, ὡράθης ἐν τῇ ἐρήμῳ, Μαρία Ὁσία Μῆτερ· μεθ’ οὗ δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Ἦχος πλ. δ’

Ἐν σοὶ μῆτερ ἀκριβῶς, διεσώθη τὸ κατ’ εἰκόνα· λαβοῦσα γὰρ τὸν Σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπερορᾶν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ, ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτου· διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Μαρία τὸ πνεῦμά σου.