Ο άγιος μάρτυς Θαλλέλαιος

20ή Μαΐου

Έζησε στα χρόνια του βασιλιά Νουμεριανού και καταγόταν από το Λίβανο. Οι πλούσιοι αλλά ευσεβείς γονείς του Βερύκιος και Ρωμυλία, σε κάποια πόλη του Λιβάνου, ανέθρεψαν το γιο τους σύμφωνα με τα πρότυπά τους, δηλαδή το νόμο του Ευαγγελίου. Ο Θαλλέλαιος με τη χάρη του Θεού, πράγματι ανταποκρίθηκε στη διαπαιδαγώγηση των γονέων του και έγινε άνθρωπος πιστός, φιλεύσπλαγχνος και πολύ εγκρατής. Από πολύ νωρίς επέδειξε τα πνευματικά και ηθικά του χαρίσματα και έγινε θερμός υπερασπιστής της χριστιανικής αλήθειας. Ευφυέστατος και πολύ επιμελής καθώς ήταν στις σχολικές σπουδές, ακολούθησε την ιατρική επιστήμη.

Σαν γιατρός ακολούθησε τα χνάρια του Κυρίου και Θεού του. Εξασκούσε την ιατρική όχι σαν επάγγελμα για την απόκτηση χρημάτων, όπως έκαναν οι περισσότεροι συνάδελφοί του, αλλά ως γνήσιος χριστιανός και μιμητής του Χριστού, όπου κι αν πήγαινε μιλούσε στους ανθρώπους για τη βασιλεία του Θεού και γιάτρευε εκείνους που είχαν ανάγκη θεραπείας. Έτσι ανακούφιζε τους ανθρώπους σωματικά, αλλά συγχρόνως και ψυχικά τους στήριζε στην πίστη και την ελπίδα. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Θαλλέλαιος πολλούς ειδωλολάτρες, που βρίσκονταν στο κρεβάτι του πόνου, τους οδήγησε στο δρόμο της σωτηρίας. Όμως η δραστηριότητά του αυτή καταγγέλθηκε στον έπαρχο Τιβεριανό. Ο Θαλλέλαιος κατόρθωσε να του ξεφύγει στην Κιλικία, όπου συνέχισε τις χριστιανικές του δραστηριότητες. Εκεί όμως συνελήφθη από τον άρχοντα Θεόδωρο, ο οποίος ποικιλοτρόπως τον βασάνισε. Διέταξε να του τρυπήσουν τους αστραγάλους και να τον κρεμάσουν με το κεφάλι προς τα κάτω. Με θεία όμως επέμβαση συνέβη κάτι θαυμαστό: οι δήμιοι παραφρόνησαν και αντί να κρεμάσουν τον Άγιο, τρύπησαν και κρέμασαν ένα … ξύλο! Της ίδιας πρόνοιας έτυχε και όταν τον έριξαν στη θάλασσα για να πνιγεί, από όπου βγήκε πάλι αβλαβής. Τελικά το Μάιο του 289 μ.Χ. τον αποκεφάλισε στις Αιγές.

Ἀπολυτίκιον

Μαρτυρίου ἀνύσας τὸν ἀγῶνα, Θαλλέλαιε, ᾔσχυνας εἰδώλων τὴν πλάνην τῇ γενναίᾳ ἀθλήσει σου· καὶ ὤφθης ἰαμάτων θησαυρός, παρέχων τὰς ἰάσεις δωρεάν, τοῖς προστρέχουσιν ἐν πίστει τῷ σῷ ναῷ καὶ πόθῳ ἀνακράζουσι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυματώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.