Ο άγιος μεγαλομάρτυς Γεώργιος

ο Τροπαιοφόρος

23η Απριλίου

Καταγόταν από τα μέρη της Καππαδοκίας και από επιφανές γένος. Η μητέρα του καταγόταν από τα μέρη της Παλαιστίνης. Ήταν χιλίαρχος του ρωμαϊκού στρατού. Επί του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, πριν αποκεφαλιστεί, υποβλήθηκε σε μία σειρά από πολλά φρικτά βασανιστήρια. Κατά την διάρκεια των βασανιστηρίων, πολλοί από τους ειδωλολάτρες, ακόμη και από τους διώκτες του και τους δημίους του, ασπάστηκαν τον χριστιανισμό. Το τίμιο λείψανό του μεταφέρθηκε από το δούλο του στη κωμόπολη της Παλαιστίνης Λύδδα, πατρίδα της μητέρας του Αγίου. Οι χαρακτηρισμοί «ελευθερωτής των αιχμαλώτων» και «υπερασπιστής των πτωχών» αναφέρονται στο γεγονός ότι ο Γεώργιος πριν από το μαρτύριό του, αφού ήταν κάτοχος και απόλυτος κύριος της μεγάλης περιουσίας των γονέων του, απελευθέρωσε όλους τους δούλους του και μοίρασε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς. «Ιατρός ασθενούντων» αποκαλείται ο Άγιος, διότι με τη θαυματουργική του χάρη, η οποία αιώνες τώρα εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους προς τους πιστούς, θεραπεύει κάθε είδους σωματικές και ψυχικές ασθένειες. Τέλος, η ιδιότητά του ως γενναίου και τροπαιοφόρου αξιωματούχου του ρωμαϊκού στρατού γρήγορα συντέλεσε ώστε ο Άγιος να καθιερωθεί ως προστάτης στρατευμάτων, μοναχικών ταγμάτων, βασιλέων και ολόκληρων βασιλείων ήδη από τη βυζαντινή εποχή μέχρι και τους νεότερους χρόνους σε Ανατολή και Δύση. Για αυτό και εγκωμιάζεται στο Απολυτίκιο ως «υπέρμαχος βασιλέων». Ο άγιος Γεώργιος είναι ο προστάτης του πεζικού.

Περισσότερα...

Η οικογένεια και τα παιδικά χρόνια του Αγίου

Ο άγιος Γεώργιος γεννήθηκε μεταξύ των ετών 280-285 μ.Χ., πιθανότατα στην περιοχή της Αρμενίας, από τον Έλληνα συγκλητικό Γερόντιο, στρατηλάτη στο αξίωμα, κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, ο οποίος βασίλευσε κατά τα έτη 284-305 μ.Χ.. Εκεί, σε ένα μοναστήρι της περιοχής ο Άγιος δέχθηκε το Μυστήριο του Βαπτίσματος και έγινε μέλος της Εκκλησίας.

Ο πατέρας του Αγίου, Γερόντιος, καταγόταν από πλούσια και επίσημη γενιά της Καππαδοκίας. Σε παλαιό χειρόγραφο αναφέρεται ότι γεννήθηκε στην Σεβαστούπολη της Μικρής Αρμενίας, αρχικά ήταν ειδωλολάτρης και αργότερα έγινε χριστιανός. Η σύζυγός του ονομαζόταν Πολυχρονία, ήταν χριστιανή και καταγόταν από τη γνωστή Λύδδα (Διάσπολη) της Παλαιστίνης. Όπως αναφέρουν οι πηγές η οικογένεια του Αγίου, όταν εκείνος ήταν σε μικρή ηλικία και λόγω του θανάτου του πατέρα του, μετακόμισε στη Λύδδα, όπου η μητέρα του είχε αρκετά κτήματα.

Η σταδιοδρομία του στον στρατό

Όταν ο Άγιος έγινε δεκαοχτώ χρονών κλήθηκε στρατιώτης από τον Διοκλητιανό, απ’ τον οποίο μετά την εκπαίδευσή του έγινε σημαιοφόρος. Διακρίθηκε για την τόλμη και τον ηρωϊσμό του και έλαβε το αξίωμα του Τριβούνου. Λίγο αργότερα ο Διοκλητιανός τον έκανε Δούκα (διοικητή) με τον τίτλο του Κόμητος στο τάγμα τον Ανικιώρων της αυτοκρατορικής φρουράς, «πολλάκις πρότερον μεγαλοπρεπώς διαπρέψας του των σχολων μετά ταυτα πρώτου τάγματος κόμης κατ’ εκλογήν προεβλήθη». Εκείνο τον καιρό πέθανε και η μητέρα του. Αφού απέμεινε και από αυτήν ορφανός, πήρε χρήματα πολλά και παρουσιαζόμενος στο βασιλιά ζητούσε μεγαλύτερη τιμή και αξίωμα.

Ο Διοκλητιανός, ο βασιλιάς των Ρωμαίων, χαιρόταν να τιμά τους θεούς των ειδωλολατρών. Περισσότερο απ’ όλους τους θεούς τιμούσε τον Απόλλωνα. Πήγε λοιπόν στο μαντείο του για να πάρει χρησμό για μια υπόθεσή του και τότε του είπε ο δαίμονας, ο οποίος κατοικούσε σ’ αυτό, ότι οι δίκαιοι, οι οποίοι είναι στη γη τον εμποδίζουν να πει την αλήθεια. Κάποιος μάλιστα από τους υπηρέτες του μαντείου του είπε ότι οι δίκαιοι της γης είναι οι λεγόμενοι χριστιανοί.

Όταν το άκουσε αυτό ο βασιλιάς δαιμονίστηκε εναντίων των χριστιανών και άρχισε να κάνει σφοδρό διωγμό εναντίον τους. Μάλιστα κάλεσε τους ηγεμόνες της Ανατολής να έλθουν για να συνεννοηθεί μαζί τους τι πρόκειται να γίνει. Τότε ο βασιλιάς τους είπε ότι όποιος είναι φίλος του και επιθυμεί να έχει το αξίωμα που του χάρισε να φροντίσει να αγωνιστεί για το πως θα εξαφανιστούν οι λεγόμενοι χριστιανοί απ’ το πρόσωπο της γης. Εκείνο τον καιρό γνωρίζοντας τα παραπάνω ο Άγιος έκρινε ότι ήταν σωστό να αποκαλυφτεί ότι είναι χριστιανός και να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Αμέσως τότε πούλησε ό,τι είχε, έδωσε στους φτωχούς τα χρήματα τα οποία είσπραξε, ελευθέρωσε του δούλους του και γενικά αφού έκανε ό,τι έκρινε καλό έσπευσε αμέσως στη Νικομήδεια, όπου βρισκόταν τότε ο Διοκλητιανός.

Η ομολογία του

Η πίστη του Αγίου γίνεται αφορμή να βαπτισθούν οι στρατιωτικοί Ανατόλιος και Πρωτολέων, Βίκτωρ και Ακίνδυνος, Ζωτικός και Ζήνωνας, Χριστοφόρος και Σεβιριανός, Θεωνάς, Καισάριος και Αντώνιος, των οποίων η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη τους στις 20 Απριλίου και ακόμη να βαπτισθούν η βασίλισσα Αλεξάνδρα, σύζυγος του Διοκλητιανού, μαζί με τους δούλους της Απολλώ, Ισαάκιο και Κοδράτο, των οποίων η μνήμη εορτάζεται στις 21 Απριλίου.

Κατά την τρίτη συγκέντρωση των αρχόντων της Ανατολής, η οποία γινόταν εκεί και κατά την οποία ήταν να γράψουν τα διατάγματα, ο γενναίος Γεώργιος παρουσιάστηκε στο μέσο του συνεδρίου και τους είπε ότι δεν πρέπει να ταλαιπωρούν τον ευσεβή λαό εξαναγκάζοντας τους χριστιανούς να πιστεύουν στα είδωλα. Μόνο ο Χριστός είναι Θεός και αληθινός Κύριος.

Αυτά είπε ο μάρτυρας. Ο Διοκλητιανός δεν το περίμενε και έφριξε με τη στάση του Γεωργίου. Από τη μεγάλη του οργή δεν μπορούσε να απαντήσει. Μόνο έκανε νεύμα προς τον επίτροπο της βασιλείας του, που τον έλεγαν Μαγνέντιο, να δώσει απάντηση. Ο Μαγνέντιος τότε κάλεσε κοντά του τον Άγιο και του είπε: «Πες μας Γεώργιε, ποιά ήταν η αφορμή να παρουσιαστείς σήμερα και να μας πεις όσα μας είπες;» Ο Άγιος αποκρίθηκε. «Η αλήθεια με ανάγκασε». Λέει ο Μαγνέντιος: «Και ποια είναι η αλήθεια;». Ο Άγιος αποκρίθηκε: «Ο Χριστός είναι η αλήθεια, ο οποίος διώκεται σήμερα από εσάς». Έκπληκτος τότε ο Μαγνέντιος ρώτησε: «Ώστε και εσύ χριστιανός είσαι;». Και ο Άγιος απάντησε: «Δούλος είμαι του Χριστού μου. Γι’ αυτό εμπιστεύτηκα τη δύναμή Του και ήρθα να σας ελέγξω και να πω την αλήθεια».

Από το συμβάν αυτό έγινε σύγχυση μεγάλη μεταξύ του πλήθους και ο βασιλιάς, αφού πρόσταξε στους διαλαλητές να καταπραΰνουν το λαό, στρέφοντας το κεφάλι μετά από αυτά είπε προς τον Άγιο: «Εγώ προ πολλού θαυμάζω την ευγένειά σου και την εντιμότητά σου, σε τίμησα και σε δόξασα και τώρα μην υπολογίζοντας τους λόγους σου, εξ’ αιτίας της πολλής αγάπης την οποία τρέφω προς εσένα, σε συμβουλεύω το καλύτερο και σου λέω να μη θελήσεις να αφήσεις την τάξη σου και το αξίωμά σου και να παραδώσεις το σώμα σου σε βάσανα και τιμωρίες. Αλλά έλα και θυσίασε στους θεούς και εγώ πρόκειται να σε ανταμείψω με μεγαλύτερη τιμή». Γεμάτος όμως πίστη και θάρρος ο Άγιος αποκρίθηκε: «Μακάρι, ω βασιλιά, να ήθελες να γνωρίσεις τον Θεό, προς τον οποίο σου λέω να προσφέρεις και εσύ θυσία και τότε Αυτός θα σε αξιώσει με το μέγιστο αξίωμα της Βασιλείας των Ουρανών. Διότι αυτή η βασιλεία, την οποία εσύ τώρα κρατάς, γρήγορα φθείρεται και αφανίζεται, καμία μάλιστα ωφέλεια δεν δίνει σε εκείνους οι οποίοι έχουν αυτή. Τέτοιας λοιπόν βασιλείας τιμή δεν μπορεί να με ταπεινώσει, ούτε είναι δυνατόν όσο σκληρή και αν είναι η τιμωρία μιας τέτοιας εξουσίας, να με χωρίσει από την αγάπη του αληθινού Θεού και Κυρίου μου Ιησού Χριστού».

Στις αρχές του 303 μ.Χ. ο Άγιος συλλαμβάνεται και ακολουθεί το μαρτύριο.

Το μαρτύριο

Αυτά έλεγε ο μάρτυρας. Ο βασιλιάς έξαλλος από το θυμό, προστάζει τους υπηρέτες του, αφού σπαράξουν τον Άγιο με ακόντια, να τον ρίξουν στη φυλακή. Από τα ακόντια όμως εκείνα, ένα μόνο χτύπησε το σώμα του Αγίου. Τα περισσότερα λύγισαν στην άκρη σαν να ήταν από μόλυβδο. Μετά από αυτά οι στρατιώτες έσυραν τον Άγιο στη φυλακή και αφού τον ξάπλωσαν κάτω στη γη, τα πόδια του τα έσφιξαν στο ξύλο και στο στήθος του έβαλαν μια μεγάλη και βαριά πέτρα, διότι αυτό ήταν η διαταγή του βασιλιά. Σε αυτή την κατάσταση παρέμεινε ο Άγιος μέχρι την επόμενη ημέρα ευχαριστώντας τον Θεό. Όταν ξημέρωσε διέταξε ο βασιλιάς και τον έβγαλαν από τη φυλακή και αφού τον βρήκε κατακομμένο από το βάρος της πέτρας, άρχισε να τον ρωτά: «Μήπως, Γεώργιε άρχισες να μετανοείς για τη χθεσινή σου απόφαση ή επιμένεις σ’ αυτήν;». Ο Άγιος απάντησε: «Αν τυχόν βασιλιά, νομίζεις ότι δείλιασα τόσο από τη μικρή αυτή τιμωρία ή μάλλον αυτό το παιχνίδι, ώστε να προδώσω την πίστη του Χριστού μου, απατάσαι, διότι πρέπει να κοπιάσεις περισσότερο εσύ τιμωρώντας, παρά εγώ υπομένοντας τις τιμωρίες σου». Τότε ο βασιλιάς είπε: «Εγώ πρόκειται να σε παραδώσω σε τέτοια παιχνίδια ώστε να σε απαλλάξουν σύντομα από την παρούσα ζωή».

Αμέσως τότε πρόσταξε ο σκληρός βασιλιάς και έφεραν μεγάλο τροχό πάνω στον οποίο έδεσαν τον Άγιο. Ο τροχός εκείνος ήταν κρεμασμένος ψηλά και χαμηλά είχε σανίδια, όπου σε αυτά ήταν μπηγμένα αρκετά καρφιά, απ’ τα οποία άλλα ήταν ευθεία και κοφτερά, άλλα κυρτά σαν αγκίστρια και πλατιά σαν μαχαίρια. Όταν λοιπόν γύρισε ο τροχός, τα σανίδια, τα οποία είχαν τα σατανικά αυτά μαχαίρια, έκοβαν το σώμα του Αγίου σε λεπτά τεμάχια. Ο Άγιος αρχικά φωναχτά και κατόπιν νοερά, ευχαριστούσε τον Θεό. Τότε ο αγριότατος βασιλιάς Διοκλητιανός χαιρόταν διότι έβλεπε τον Άγιο να βασανίζεται και ειρωνευόμενος την ανδρεία του, λέει προς αυτόν: «Πού είναι τώρα ο Θεός σου Γεώργιε και δεν σε βοηθάει, αλλά σε αφήνει να βασανίζεσαι με αυτόν τον τρόπο;» Αμέσως μόλις είπε αυτά ο βασιλιάς, κίνησε για το ναό του Απόλλωνα για να κάνει θυσία. Με το λόγο του βασιλιά βαριά σύννεφα απλώθηκαν στον ουρανό, βροντές και αστραπές γίνανε και ακούστηκε φωνή από τον ουρανό να λέει: «Μη φοβάσαι, Γεώργιε γιατί εγώ είμαι μαζί σου». Μετά τη φωνή αμέσως φάνηκε θαύμα μέγιστο! Ο Άγιος παρουσιάστηκε λυμένος απ’ τον τροχό πατώντας όρθιος πάνω στη γη. Διότι άγγελος Κυρίου κατέβηκε μπροστά σε όλους και έλυσε τον Άγιο απ’ τον τροχό.

Τότε οι στρατιώτες έφεραν τον Άγιο στο βωμό μπροστά στο βασιλιά. Ο βασιλιάς όπως τον είδε, έγινε έξω φρενών και οι παρευρισκόμενοι στη θυσία έμειναν κατάπληκτοι. Τότε, άλλοι είπαν ότι είναι κάποιος άλλος που του μοιάζει, άλλοι ότι είναι φάντασμα. Τότε ο Άγιος έκραξε δυνατά: «Εγώ είμαι, ο Γεώργιος». Τότε, δύο άνθρωποι από αυτούς που βρίσκονταν εκεί, ονομαζόμενοι Ανατόλιος και Πρωτολέων, αρχηγοί χιλίων στρατιωτών, πίστεψαν στον Χριστό και έκραξαν μεγαλόφωνα: «Ένας είναι Θεός αληθινός, ο Θεός των χριστιανών». Αμέσως τότε πρόσταξε ο βασιλιάς να τους αποκεφαλίσουν έξω από την πόλη. Πολλοί όμως, από το φόβο της οργής του βασιλιά Διοκλητιανού, δεν τόλμησαν να παρακολουθήσουν την εκτέλεση. Η βασίλισσα Αλεξάνδρα θέλησε να παρακολουθήσει, αφού ήταν χριστιανή, αλλά ο επίτροπος της βασιλείας Μαγνέντιος δεν την άφησε για το φόβο του βασιλιά. Λυπημένος ο βασιλιάς και οργισμένος, αφού βρισκόταν σε απορία μη γνωρίζοντας τι να πράξει, προστάζει να γεμίσουν αμέσως μ’ ασβέστη έναν λάκκο. Κατόπιν ανάγκασαν τον Άγιο να βαδίσει με πυρωμένα μεταλλικά παπούτσια. Από όλα αυτά ο Θεός τον κράτησε ζωντανό και έγινε αιτία να εξευτελιστούν τα είδωλα και οι εκφραστές τους.

Ο Άγιος μαρτύρησε προσευχόμενος, αφού αποκεφαλίστηκε, την Παρασκευή 23 Απριλίου του έτους 303 μ.Χ. Κατά τον υπολογισμό του ιστορικού Ευσεβίου και σύμφωνα με το μακεδονικό ημερολόγιο, η Παρασκευή αυτή αντιστοιχούσε στην Παρασκευή της Διακαινησίμου του Πάσχα. Κρυφά σήκωσαν οι χριστιανοί το πάντιμο λείψανο του και το έθαψαν, μαζί με αυτό της αγίας μητρός του, η οποία μαρτύρησε την ίδια ή την επόμενη ημέρα. Ο πιστός υπηρέτης του Αγίου, Πασικράτης, εκτελώντας την επιθυμία του Αγίου, παρέλαβε το άγιο λείψανο του Μάρτυρα, μαζί με αυτό της μητέρας του και τα μετέφερε στη Λύδδα της Παλαιστίνης. Από εκεί, όπως βεβαιώνουν οι πηγές, οι Σταυροφόροι πήραν τα ιερά λείψανα της Αγίας Πολυχρονίας και τα μετέφεραν στην Δύση.

Μετά τον μαρτυρικό θάνατο του Αγίου μαρτύρησαν και οι συνδέσμιοί του, Ευσέβιος, Νέων, Λεόντιος, Λογγίνος και άλλοι τέσσερις μαζί. Την μνήμη τους τιμά η Εκκλησία στις 24 Απριλίου.

Παρατηρούμε ότι με κέντρο την ημέρα του μαρτυρίου του Αγίου, δημιουργείται μέσα στον λειτουργικό χρόνο της Εκκλησίας, ένας εορτολογικός κύκλος, ο οποίος καλλιεργείται περισσότερο από τα Τυπικά της Κωνσταντινούπολης, που ξεκινά στις 20 Απριλίου και τελειώνει στις 24 του αυτού μηνός. Ο εορτολογικός αυτός κύκλος δείχνει την περίοπτη θέση του Μάρτυρος στην ζωή της Εκκλησίας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’

Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτὴς, καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός, βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.