Οι πρωτοκορυφαίοι απόστολοι Πέτρος και Παύλος

29η Ιουνίου

Ο Πέτρος καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και ήταν γιος του Ιωνά, αδελφός του αποστόλου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου. Ο Πέτρος και ο Ανδρέας ήταν ψαράδες στη λίμνη Γεννησαρέτ. Είχε νυμφευθεί στην Καπερναούμ, όπου έμενε οικογενειακά μαζί με την πεθερά του. Όπως μας πληροφορεί το Ευαγγέλιο, όταν ο Ιησούς έφθασε στη λίμνη της Γεννησαρέτ συνάντησε τους δύο αδελφούς Πέτρο και Ανδρέα οι οποίοι έριχναν τα δίχτυα τους. Αμέσως μετά την κλήση τους, άφησαν τα πάντα και ακολούθησαν προθυμότατα τον Χριστό. Ονομαζόταν αρχικά Σίμων και μετονομάστηκε από τον Κύριο Κηφάς, δηλαδή Πέτρος.

Ψαράς στο επάγγελμα, ήταν τύπος αυθόρμητος, ορμητικός, και την ζωή του κοντά στον Χριστό τη μαθαίνουμε από τα τέσσερα Ευαγγέλια, ενώ την αποστολική του δράση, από τις πράξεις των Αποστόλων. Έγραψε και δύο Καθολικές επιστολές, μέσα στις οποίες να τι προτρέπει τους χριστιανούς: «Νηψατε, γρηγορησατε• ο αντιδικος υμων διαβολος ως λεων ωρυομενος περιπατει ζητων τινα καταπιη» (Α΄ Πέτρου, ε΄ 8). Δηλαδή εγκρατευθείτε, γίνετε άγρυπνοι και προσεκτικοί. Διότι ο αντίπαλος και κατήγορός σας ο διάβολος, σαν λιοντάρι που βρυχάται, περιπατεί με μανία και ζητάει ποιον να τραβήξει μακριά από την πίστη και να τον καταπιεί.

Κατά την ημέρα της Πεντηκοστής παίρνει την πρωτοβουλία και κηρύττει τον Χριστό στα Ιεροσόλυμα και ιδρύει την πρώτη χριστιανική Εκκλησία. Μετά την Ανάληψη του Κυρίου, ο Πέτρος, δίδαξε το Ευαγγέλιο στην Ιουδαία, στην Αντιόχεια, στον Πόντο, στην Γαλατία, στην Καππαδοκία, στην Ασία και τη Βιθυνία. Κατά την παράδοση έφτασε μέχρι την Ρώμη, όπου επί Νέρωνος (54 – 68 μ.Χ.) υπέστη μαρτυρικό θάνατο, αφού τον σταύρωσαν χιαστί, με το κεφάλι προς τα κάτω.

Ο Παύλος γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας και στην αρχή ήταν σκληρός διώκτης του Χριστιανισμού. Ο Παύλος υπήρξε Εβραίος κατά το γένος, αλλά και Ρωμαίος πολίτης. Ήταν από τους Ιουδαίους της διασποράς, είχε εκ γενετής το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη και γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα. Μετά από μια περιπετειώδη πορεία και διαδρομή ως διώκτης του Χριστού και της Εκκλησίας του, μεταστρέφεται μετά από την θαυματουργική παρέμβαση του Χριστού έξω από την Δαμασκό, σε πιστό μαθητή και φλογισμένο κήρυκα της πίστης του Χριστού και της Εκκλησίας του. Όταν κάποτε μετέβαινε στη Δαμασκό για να διώξει και εκεί χριστιανούς, έγινε θαύμα στο οποίο φανερώθηκε ο Χριστός, ο οποίος τον πρόσταξε να πάει στον Ανανία ο οποίος τον κατήχησε και τον βάπτισε. Έτσι, έγινε ο μεγαλύτερος κήρυκας του Ευαγγελίου, θυσιάζοντας μάλιστα και την ζωή του γι’ αυτό.

Ύστερα από προπαρασκευαστική περίοδο ετών, πήγε στην Αντιόχεια και πραγματοποίησε τις αποστολικές του περιοδείες στην Κύπρο, Μ. Ασία, Ελλάδα, για να καταλήξει στη Ρώμη. Ονομάστηκε ο πρώτος μετά τον Ένα και Απόστολος των Εθνών, λόγω των τεσσάρων μεγάλων αποστολικών περιοδειών του. Είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Ελλάδος. Συνέγραψε 14 επιστολές προς τις Εκκλησίες τις οποίες εκείνος ίδρυσε. Την ζωή του με τις περιπέτειές του θα τα δει κανείς, αν μελετήσει τις Πράξεις των Αποστόλων, αλλά και τις 14 Επιστολές του στην Καινή Διαθήκη.

Ο απόστολος Παύλος θέλει κάθε χριστιανός, όπως και ο ίδιος, να αισθάνεται και να λέει: «ζω δε ουκετι εγω, ζη δε εν εμοι Χριστός» (Προς Γαλάτας β΄ 20). Δηλαδή, δε ζω πλέον εγώ, ο παλαιός άνθρωπος, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός. Και ακόμα, «τα πάντα και εν πασι Χριστός» (Προς Κολασσαείς γ΄ 11). Να διευθύνει δηλαδή, όλες τις εκδηλώσεις της ανθρώπινης ζωής μας ο Χριστός.

Ο απόστολος Παύλος υπέστη μαρτυρικό θάνατο δι’ αποκεφαλισμού στη Ρώμη.

Περισσότερα...

Είναι γνωστά τα κυριώτερα περιστατικά της ζωής του αποστόλου Παύλου, όπως ο ζήλος του για τις πατρικές του παραδόσεις, η θαυμαστή μεταστροφή του στον Χριστό, οι περιοδείες και οι διωγμοί του. Αυτό που ίσως είναι λιγότερο γνωστό, είναι οι ασκητικοί του αγώνες, τα πνευματικά του παλαίσματα, η εσωτερική του ζωή, η οποία είναι κρυμμένη από τα μάτια του κόσμου, αφού “κέκρυπται σύν τω Χριστώ εν τω Θεώ”. Πάντως ο ίδιος κάνει κάποιες νύξεις για τον ασκητικό τρόπο της ζωής του, λέγοντας ότι ασκεί βία στη σάρκα, σκληραγωγεί και δουλαγωγεί το σώμα του για να μη γίνει αδόκιμος. Τον απασχολεί σοβαρά το θέμα της σωτηρίας του και πραγματικά δείχνει να τρομάζει στην σκέψη μήπως σωθούν άλλοι με αφορμή το κήρυγμα και τα θαύματα που επιτελεί, και αυτός μείνει εκτός “νυμφώνος”. Και την αγιάτρευτη ασθένεια του σώματός του, την εντάσσει σε αυτήν την προοπτική. Την θεωρεί ως ευλογία και δώρο της αγάπης του Θεού, που του δόθηκε για να τον προφυλάξει από πιθανή πτώση στο μεγάλο πάθος της υπερηφάνειας λόγω των πολλών θαυμάτων που τελούσε, αλλά και των μεγάλων αποκαλύψεων που του δόθηκαν.

Μετά την εμφάνιση του Χριστού σε αυτόν και τη βάπτισή του από τον απόστολο Ανανία, δεν σπεύδει προς το κήρυγμα, αλλά πηγαίνει στην έρημο της Αραβίας, όπου παραμένει τρία ολόκληρα χρόνια και ζει με άσκηση και προσευχή. Αφού γεύθηκε την γλυκύτητα των καρπών της ερήμου, την εσωτερική ειρήνη και την κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη, πορεύθηκε, μετά από αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος και την ευλογία της Εκκλησίας, προς τα έθνη, για να κηρύξει το Ευαγγέλιο. Στις Πράξεις των Αποστόλων, που συνέγραψε ο συνεργάτης και συνοδοιπόρος του ευαγγελιστής Λουκάς, ο ιατρός και αγαπητός φίλος του, καθώς και στις επιστολές του αποστόλου Παύλου, βλέπει ο αναγώστης τις περιοδείες, τους αγώνες, τις αγωνίες, καθώς και το καθημερινό του μαρτύριο.

Είναι ο ασκητής Απόστολος, που βιώνει την ιεραποστολή στην αυθεντική της μορφή. Είναι ιεραπόστολος και συγχρόνως ησυχαστής με την ορθόδοξη έννοια του όρου. Είναι αυτός που εργάζεται για τα προσωπικά του έξοδα, επειδή για λόγους άσκησης, αλλά και από λεπτότητα, δε θέλει να επιβαρύνει κανέναν. Έχει αδειάλειπτη νοερά προσευχή, που είναι το γλυκύτατο μέλι της ησυχίας. Βιώνει το “αδιαλείπτως προσεύχεσθε” και προτρέπει και εμάς για την εφαρμογή του.

Ἀπολυτίκιον. Ἠχος δ’

Οἱ τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονοι, καὶ τῆς οἰκουμένης διδάσκαλοι τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.