Η αγία μάρτυς Μυρόπη

(3ος αι. μ.Χ.)

2α Δεκεμβρίου

Γεννήθηκε στην Έφεσο της Μ. Ασίας. Από τη στιγμή που έλαβε το άγιο Βάπτισμα, έμεινε κοντά στο μνήμα της αγίας Ερμιόνης, μιας από τις θυγατέρες του αποστόλου Φιλίππου. Εκεί δεχόταν το μύρο που έρρεε από τον τάφο της Αγίας και το μοίραζε στους προσερχομένους, γι’ αυτό και έλαβε το όνομα Μυρόπη. Κατά τη διάρκεια των διωγμών επί Δεκίου, η Μυρόπη εγκαταστάθηκε μαζί με τη μητέρα της στη Χίο, από όπου εκείνη καταγόταν και είχε πατρική κληρονομιά και κτήματα. Τότε είχε καταφτάσει ο βασιλικός άρχοντας Νουμέριος, ο οποίος υπέβαλε σε διάφορα βασανιστήρια και στο τέλος αποκεφάλισε τον άγιο μάρτυρα Ισίδωρο, του οποίου το σώμα έριξε σε ένα φαράγγι. Το μαρτυρικό, όμως, σώμα του Αγίου πήρε κρυφά η Μυρόπη χωρίς να γίνει αντιληπτή από τους φύλακες που το φρουρούσαν και το ενταφίασε. Για την τολμηρή αυτή πράξη της, που η ίδια ομολόγησε επειδή έβλεπε να βασανίζονται από τον απάνθρωπο τύραννο οι φύλακες για την αμέλεια που έδειξαν, χτυπήθηκε άγρια με ρόπαλα, σύρθηκε από τα μαλλιά σε όλη την πόλη και μισοπεθαμένη ρίχτηκε στη φυλακή, όπου ύστερα από προσευχή παρέδωσε το πνεύμα της. Τότε, όπως παραδίδει ο ιερός Συναξαριστής, «γέγονε το οίκημα πλήρες αφάτου ευωδίας». Ένας μάλιστα από τους φύλακες, από τα όσα θαυμαστά είδε και άκουσε στη φυλακή, πίστεψε στον Χριστό, βαπτίστηκε και είχε μαρτυρικό θάνατο.