Το Γενέθλιο της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου

8η Σεπτεμβρίου

Οι γονείς της Παναγίας, ο Ιωακείμ και η Άννα, κατάγονταν από το βασιλικό γένος του Δαβίδ. Ήταν πλούσιοι και πολύ θεοσεβείς. Για πολλά χρόνια προσπαθούσαν να τεκνοποιήσουν. Επειδή δεν είχαν παιδιά, λυπούνταν πολύ για το όνειδος της ατεκνίας. Γι’ αυτό παρακαλούσαν πάντοτε τον Θεό με θερμότητα και με δάκρυα να τους χαρίσει καρπό κοιλίας και δεν έπαυαν να προσφέρουν στον Θεό σύμφωνα με τις επιταγές του μωσαϊκού νόμου πλούσια δώρα. Ο Θεός ικανοποίησε το αίτημά τους. Τους αξίωσε με αγγελική πρόρρηση να νιώσουν τη χαρά της πατρότητας και της μητρότητας φέρνοντας στον κόσμο τη γυναίκα που έμελλε να γεννήσει τον Σωτήρα του κόσμου!

Αυτό το ευλογημένο αντρόγυνο προβάλλεται από την Εκκλησία μας κατά την ακολουθία του Στεφανώματος ως υπόδειγμα στους νεονύμφους. Ευσεβείς και φιλόθεοι, με κατανόηση και αγάπη, στηρίζουν ο ένας τον άλλο στο μεγάλο πρόβλημα της ατεκνίας, που αποτελούσε μεγάλο όνειδος εκείνη την εποχή. Μεγάλο το δώρο του Θεού και για τον κόσμο όλο, αφού η γέννηση της Θεοτόκου ήταν το προμήνυμα της σωτηρίας των ανθρώπων, διότι ύστερα από λίγα χρόνια η «θεόπαις Μαριάμ» θα γεννήσει τον Μεσσία και Σωτήρα του κόσμου, τον Χριστό.

Στην Παλαιά Διαθήκη δόθηκαν πολλές προτυπώσεις της Υπεραγίας Θεοτόκου. Μία από αυτές είναι η βάτος του Σινά, την οποία είχαν περιζώσει γλώσσες φωτιάς, αλλά αυτή δεν καιγόταν. Ήταν απεικόνιση της Παρθένου, που θα γεννούσε τον Σωτήρα Χριστό και συγχρόνως θα διατηρούσε την παρθενία της.

Ἀπολυτίκιον

Ἡ γέννησίς σου Θεοτόκε, χαρὰν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ· ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν· καὶ λύσας τὴν κατάραν, ἔδωκε τὴν εὐλογίαν· καὶ καταργήσας τὸν θάνατον, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον.