Ευαγγέλια

Κατά Ματθαίον

Συγγραφέας του πρώτου Ευαγγελίου είναι ο απόστολος και ευαγγελιστής Ματθαίος. Προτού τον καλέσει ο Κύριος στο αποστολικό αξίωμα, ονομαζόταν Λευΐς. Το επώνυμο Ματθαίος το έλαβε όταν ακολούθησε τον Χριστό. Τα περιστατικά της πρόσκλησής του από τον Κύριο αναφέρει και ο ίδιος στο Ευαγγέλιό του. Ο Ματθαίος ήταν προηγουμένως τελώνης, εγκατεστημένος στην Καπερναούμ, η οποία φαίνεται να ήταν και η πατρίδα του. Όταν ο Κύριος τον συνάντησε στο τελωνείο και τον κάλεσε να τον ακολουθήσει, εκείνος το έκανε χωρίς κανένα δισταγμό και καμία αναβολή. Όπως αναφέρει η παράδοση, ο Ματθαίος κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Εβραίους, κατόπιν πήγε στην Αιθιοπία και στην Παρθία, όπου και πέθανε.  

Κεφάλαια κατά Ματθαίον
 

Κατά Μάρκον

Ο ευαγγελιστής Μάρκος, όπως φαίνεται από τις Πράξεις των Αποστόλων, ονομαζόταν προηγουμένως Ιωάννης. Το όνομα Μάρκος είναι Ρωμαϊκό επώνυμο, το οποίο προστέθηκε κατόπιν στο κύριο όνομα Ιωάννης.  

Ο Μάρκος είχε ευσεβή μητέρα, τη Μαρία, στο σπίτι της οποίας στα Ιεροσόλυμα συγκεντρώνονταν και λάτρευαν τον Θεό οι πρώτοι χριστιανοί. Εκεί, γνωρίσθηκαν ο Μάρκος με τον απόστολο Πέτρο, από τον οποίο, όπως φαίνεται, διδάχτηκε τη χριστιανική πίστη. Γι’ αυτό ο απόστολος Πέτρος τον ονομάζει «υιό» του. Στην «προς Κολασσαείς» επιστολή ο ευαγγελιστής Μάρκος ονομάζεται και «ανηψιός» του αποστόλου Βαρνάβα, είτε από αδελφό είτε από αδελφή. Ίσως όμως «ανηψιός» να εννοούταν και πρώτος ξάδελφος.  

Σύμφωνα με τη διήγηση των Πράξεων των Αποστόλων, ο Μάρκος παρακολουθεί τους αποστόλους Βαρνάβα και Παύλο κατά την πρώτη αποστολική περιοδεία, κατά την οποία κήρυξαν το Ευαγγέλιο στην Κύπρο. Όταν όμως οι δυο απόστολοι πήγαν στη Μικρά Ασία για να συνεχίσουν το αποστολικό έργο, ο Μάρκος δεν τους ακολούθησε. Για τον λόγο αυτό ο Παύλος, παρά την επιμονή του Βαρνάβα, αρνήθηκε να πάρει και πάλι μαζί του τον Μάρκο στη δεύτερη αποστολική περιοδεία. Κατόπιν, όμως, ο απόστολος Παύλος πήρε πάλι τον Μάρκο, ο οποίος βρέθηκε μαζί με τον Παύλο κατά την πρώτη φυλάκισή του στη Ρώμη. Ως εκ τούτου, ο Παύλος ζήτησε στους Κολασσαείς να τον φιλοξενήσουν. Κατά τη δεύτερη φυλάκισή του, ο Παύλος ζήτησε να μεταβεί και πάλι ο Μάρκος κοντά του, διότι, όπως έγραφε ο Απόστολος, ήταν «εὔχρηστος εἰς διακονίαν». Φαίνεται μάλιστα ότι πράγματι ο Μάρκος ήλθε τότε στην Ρώμη.  

Καθώς βρισκόταν εκεί, συναντήθηκε και με τον απόστολο Πέτρο, στον οποίο χρησίμευσε ως «ερμηνευτής». Ονομάσθηκε έτσι, διότι ο Μάρκος διέσωσε στο Ευαγγέλιό του το κήρυγμα του αποστόλου Πέτρου.  

Σύμφωνα με την Εκκλησιαστική παράδοση, ο ευαγγελιστής Μάρκος ίδρυσε την Εκκλησία της Αλεξάνδρειας, όπου και θανατώθηκε από τους ειδωλολάτρες. Θάφτηκε σε σημείο κοντά στην Αλεξάνδρεια. Από εκεί, έμποροι Ενετοί κατά τον 9ο αιώνα μετέφεραν τα λείψανά του στη Βενετία της Ιταλίας.  

Το «κατά Μάρκον» Ευαγγέλιο φαίνεται να γράφτηκε μεταξύ των ετών 63 και 70 μ.X. 

Κεφάλαια κατά Μάρκον

Κατά Λουκάν

Ο ευαγγελιστής Λουκάς δεν ήταν Ιουδαίος, αλλά εθνικός. Σύμφωνα με την παράδοση καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας. Ο Λουκάς ήταν ένας από τους στενότερους και αγαπητούς συνεργούς του αποστόλου Παύλου. Παρακολούθησε τον Παύλο σε ορισμένες περιοδείες του, όπως κατά τη δεύτερη αποστολική περιοδεία από την Τρωάδα στους Φιλίππους, και κατά την τρίτη περιοδεία από τους Φιλίππους στα Ιεροσόλυμα και από την Καισάρεια μέχρι την Ρώμη. Ήταν μαζί με τον Παύλο τόσο κατά την πρώτη φυλάκισή του, όσο και κατά τη δεύτερη, κατά την οποία μάλιστα, όπως φαίνεται από την «προς Τιμόθεον Β’» επιστολή, ήταν αυτός μόνος μαζί με τον απόστολο. Δικαίως, λοιπόν, ο Λουκάς υπήρξε αγαπητός στον απόστολο Παύλο. Ως γιατρός μάλιστα, κατά πάσα πιθανότητα πρόσφερε τις ιατρικές υπηρεσίες του στον απόστολο.  

Ο ευαγγελιστής Λουκάς είναι συγγραφέας όχι μόνο του τρίτου Ευαγγελίου, αλλά και των Πράξεων των Αποστόλων. Επιπλέον, κατά την παράδοση, ο ευαγγελιστής Λουκάς κήρυξε τη χριστιανική θρησκεία στη Δαλματία και τη Γαλλία, όπως μάλιστα αναφέρει ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ήλθε στην Αχαΐα, όπου και έγραψε το Ευαγγέλιό του.  

Ο χρόνος της συγγραφής του τρίτου Ευαγγελίου, το οποίο απηύθηνε ο Λουκάς προς τον Θεόφιλο, τοποθετήθηκε από κάποιους πριν από την πρώτη φυλάκιση του Παύλου. Αυτό διότι οι «Πράξεις των Αποστόλων», οι οποίες γράφτηκαν μετά το Ευαγγέλιο, θεωρείται ότι γράφτηκαν στη Ρώμη κατά την πρώτη φυλάκιση του αποστόλου (δηλαδή περίπου το 62 μ.Χ.). Υπήρξαν εντούτοις και εκείνοι που υποστήριξαν, ότι το Ευαγγέλιο γράφτηκε μετά την άλωση των Ιεροσολύμων. Η επικρατέστερη, όμως, γνώμη είναι ότι το τρίτο Ευαγγέλιο γράφτηκε πριν από το 70 μ.Χ.  

Κεφάλαια κατά Λουκάν

Κατά Ιωάννην

Ο απόστολος και ευαγγελιστής Ιωάννης υπήρξε ένας από τους τέσσερεις ψαράδες, τους οποίους κάλεσε ο Κύριος πρώτους στο αποστολικό αξίωμα. Τόσο ο πατέρας του, Ζεβεδαίος, όσο και η μητέρα του, Σαλώμη, ήταν άνθρωποι ευσεβείς, προ πάντων η Σαλώμη, η οποία την ευσέβεια και τη θρησκευτικότητά της τη μετέδωσε και στα παιδιά της. Όταν ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος άρχισε να κηρύττει στην έρημο, ο Ιωάννης έγινε μαθητής του μέχρι τη στιγμή κατά την οποία ο Πρόδρομος έδειξε σε αυτόν τον Ιησού.  

Η μητέρα του, Σαλώμη, θεωρήθηκε από μερικούς ότι ήταν αδελφή της Θεοτόκου, οπότε ο Ιωάννης θα ήταν πρώτος ξάδελφος του Κυρίου. Δε φαίνεται, όμως, πιθανόν να γνώριζε ο Ιωάννης τον Κύριο πριν από τη σύσταση την οποία έκανε προς αυτόν ο Πρόδρομος λίγο μετά το βάπτισμα του Ιησού.  

Όταν ο ευαγγελιστής Ιωάννης έγινε μαθητής του Κυρίου, αποτέλεσε μαζί με τον αδελφό του, Ιάκωβο, και τον Πέτρο τον κύκλο των τριών μαθητών, τους οποίους πήρε μαζί του ο Κύριος κατά την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, όσο και κατά τη Μεταμόρφωση, καθώς επίσης και στην αγωνιώδη προσευχή στον κήπο της Γεθσημανής. Ο Ιωάννης από ταπείνωση μέσα στο Ευαγγέλιό του δεν αναφέρεται στο όνομά του, αλλά αποκαλεί τον εαυτό του «ο μαθητής ὅν ήγάπα ὁ Ἰησοῦς». Για τον θερμό ζήλο και την πολλή αγάπη, την οποία έδειχνε προς τον Κύριον ο Ιωάννης, όσο και ο αδελφός του Ιάκωβος, ονομάσθηκαν από τον Κύριο «Βοανεργές», δηλαδή «υιοί βροντής».  

Ο Ιωάννης είναι ο μόνος από τους δώδεκα μαθητές, ο οποίος ακολούθησε τον Ιησού στο Πάθος του, μέχρι τον Σταυρό, τη στιγμή που οι υπόλοιποι είχαν κρυφτεί. Είχε μάλιστα και την τιμή σε αυτόν να εμπιστευθεί ο Κύριος τη Μητέρα Του. Εξορισμένος από τον αυτοκράτορα Δομιτιανό στο νησί Πάτμος, είδε εκεί την Αποκάλυψη. Μετά τον θάνατο του αποστόλου Παύλου και την καταστροφή των Ιεροσολύμων, εγκαταστάθηκε στην Έφεσο, όπου και έγραψε το Ευαγγέλιό του κατά το 85 έως 95 μ.Χ.  

Κατά τον Ιερώνυμο ο Ιωάννης, όταν έφτασε σε βαθύ γήρας, επειδή δεν μπορούσε πλέον να διδάσκει για πολύ χρόνο τους πιστούς, περιοριζόταν στο να επαναλαμβάνει «τεκνία, ἀγαπᾶτε ἀλλήλους».  

Κεφάλαια κατά Ιωάννην

Πράξεις

Πράξεις των Αποστόλων

Οι «Πράξεις των Αποστόλων» είναι το βιβλίο στο οποίο αναφέρονται πολλά απ’ όσα έκαναν οι άγιοι Απόστολοι για την ίδρυση και επέκταση της Εκκλησίας. Οι Πράξεις δεν είναι ιστορία του έργου όλων των Αποστόλων. Απλώς και μόνο αναφέρεται σε γενικές γραμμές η δράση των δύο κορυφαίων Αποστόλων, Πέτρου και Παύλου, ιδιαιτέρως, μάλιστα, του δεύτερου.  

Συγγραφέας των Πράξεων των Αποστόλων είναι ο ευαγγελιστής Λουκάς. Και όπως το ευαγγέλιο, τον «πρώτο λόγο», όπως το ονομάζει, τον έγραψε για χάρη ενός επίσημου προσώπου, του Θεόφιλου, τον οποίο γι’ αυτό τον ονομάζει «κράτιστο Θεόφιλο», έτσι και τις «Πράξεις των Αποστόλων» τις έγραψε για χάρη του ίδιου προσώπου, του Θεόφιλου δηλαδή. Και αποτελούν οι Πράξεις συνέχεια του τρίτου Ευαγγελίου.  

Αφού, λοιπόν, στο Ευαγγέλιο εξιστόρησε τη ζωή, τον θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου, στις «Πράξεις των Αποστόλων» εξιστορεί το πώς ιδρύθηκε η Εκκλησία την ημέρα της Πεντηκοστής στα Ιεροσόλυμα και πώς κατόπιν εξαπλώθηκε στην Παλαιστίνη και στα άλλα ειδωλολατρικά έθνη, μέχρι και τη Ρώμη.  

Οι «Πράξεις των Αποστόλων» γράφτηκαν μετά το Ευαγγέλιο, πιθανώς μάλιστα και πριν από το 70 μ.Χ., διότι σ’ αυτές δεν αναφέρεται τίποτε απολύτως για τον μαρτυρικό θάνατο των δύο κορυφαίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου, ο οποίος συνέβη το έτος 64 μ.Χ.  

Κεφάλαια Πράξεων

Επιστολές

Αποστόλου Παύλου

 
 
Επιστολή προς Ρωμαίους
Πριν από την άφιξη του Παύλου στη Ρώμη, η οποία έγινε κατά την πρώτη φυλάκισή του, δηλαδή γύρω στο 60 μ.Χ., δε φαίνεται πιθανό να κήρυξε άλλος Απόστολος το Ευαγγέλιο εκεί. Διότι, διαφορετικά, πώς ήταν δυνατό να διαβεβαιώνει ο Παύλος για τον εαυτό του, σχετικά και με τη Ρώμη, ότι φιλοτιμούνταν να κηρύττει το Ευαγγέλιο όχι εκεί που κηρύχθηκε από άλλους το όνομα του Χριστού, για να μη χτίζει πάνω σε ξένο θεμέλιο (Ρωμ. ιε’ 20). 

Παρόλα αυτά, όπως φαίνεται και από την επιστολή, στη Ρώμη υπήρχε Εκκλησία προοδευμένη και ακμάζουσα. Πώς, λοιπόν, και από ποιον είχε ιδρυθεί; Η πιθανότερη εξήγηση φαίνεται να είναι ότι ο Χριστιανισμός ήρθε στην πρωτεύουσα του τότε κόσμου όχι από μέλη της ιουδαϊκής παροικίας, που άκμαζε εκεί από την εποχή του Πομπηίου (61 μ.Χ.), τα οποία είχαν ακούσει το κήρυγμα του Ευαγγελίου στα Ιεροσόλυμα και από εκεί το μετέφεραν, αλλά ήρθε από Χριστιανούς που προέρχονταν από εθνικούς (ειδωλολάτρες) και επισκέπτονταν συχνά την πρωτεύουσα από τη Συρία, τη Μακεδονία και την Αχαΐα για εμπορικούς και πολιτικούς λόγους. Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγονται και οι Ανδρόνικος και Ιουνία ή Ιουνίας, οι οποίοι μνημονεύονται στην επιστολή (Ρωμ. ιστ’ 7). 

Και συγκαταριθμήθηκαν, βέβαια, στα μέλη της Εκκλησίας της Ρώμης και πολλοί από τους Ιουδαίους, όπως φαίνεται και από το περιεχόμενο της επιστολής (βλ. όσα αναπτύσσονται για τον Αβραάμ και τον Αδάμ στα πρώτα κεφάλαια), όμως κατά το μεγαλύτερο μέρος τους οι Χριστιανοί της Ρώμης προέρχονταν από εθνικούς (βλ. τις έννοιες που αναπτύσσονται στα κεφάλαια θ’ και εξής). 

Εφόσον, λοιπόν, ο Απόστολος είχε από πολύ καιρό την επιθυμία να επισκεφτεί τη Ρώμη και είχε ήδη την πρόθεση με την πρώτη ευκαιρία να επιχειρήσει το ταξίδι του σ’ αυτήν, επωφελείται από τη μετάβαση στη Ρώμη της Φοίβης, η οποία ήταν διάκονος στην Εκκλησία των Κεγχρεών, για να αποστείλει από την Κόρινθο στους εκεί Χριστιανούς την επιστολή του αυτή. Και τους στέλνει την επιστολή, για να τους προαναγγείλει το ταξίδι που μελετούσε να κάνει και, παράλληλα, για να προετοιμάσει το έδαφος ανάμεσά τους για την καρποφορία του έργου του, όταν θα τους επισκεπτόταν. Για τον σκοπό αυτό προβαίνει σε πλήρη έκθεση του Ευαγγελίου του, αναπτύσσοντας τις κεντρικές γραμμές του. 

Κι αν λάβουμε υπ’ όψη ότι ο Απόστολος σκόπευε να μεταφέρει στα Ιεροσόλυμα τις χρηματικές συνδρομές που είχαν συγκεντρωθεί από διάφορες Εκκλησίες των εθνών για τους εκεί φτωχούς Χριστιανούς, όπως αναφέρεται στην επιστολή (ιε’ 25-28), μπορούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι ο Παύλος έγραψε την επιστολή αυτή κατά το τελευταίο ταξίδι του στην Κόρινθο και λίγους μήνες πριν συλληφθεί στα Ιεροσόλυμα, για να φυλακιστεί στη συνέχεια στην Καισάρεια, δηλαδή περίπου το 58 μ.Χ. 

Κεφάλαιο ΙΣΤ' (16)
Επιστολή προς Κορινθίους Α'
Ο Παύλος επισκέφτηκε την Κόρινθο κατά τη δεύτερη αποστολική του περιοδεία, γύρω στο 52 μ.Χ. Όταν βρέθηκε στην πόλη αυτή, διαπίστωσε τη μεγάλη διαφθορά που κυριαρχούσε εκεί. Γι’ αυτό και σχημάτισε πολύ δυσμενείς προβλέψεις για την επιτυχία του έργου του, και για τον λόγο αυτό σκέφτηκε κάποια στιγμή να επιστρέψει στη Μακεδονία. Με ειδική, όμως, αποκάλυψη (Πραξ. ιη’ 9-10) ο Θεός τον πληροφόρησε ότι πολύς λαός του βρισκόταν στην Κόρινθο και του έδινε την εντολή να κηρύξει τον λόγο με παρρησία. 

Στην Κόρινθο ο Απόστολος σχετίστηκε πρώτα με τον ομότεχνό του Ακύλα και τη σύζυγό του Πρίσκιλλα. Και οι δυο αυτοί ήταν Ιουδαίοι, οι οποίοι είχαν έρθει από τη Ρώμη εξαιτίας του διωγμού που εξαπέλυσε ο αυτοκράτορας Κλαύδιος εναντίον των Ιουδαίων. Ο Παύλος συγκατοίκησε μαζί τους, τους προσέλκυσε στην πίστη και τους είχε έπειτα σπουδαίους συνεργάτες στο αποστολικό του έργο. Στη συνέχεια, ο Απόστολος απευθύνθηκε στους Ιουδαίους της Κορίνθου και κήρυττε αρχικά στη συναγωγή τους. Όταν όμως αυτοί τον έδιωξαν από τη συναγωγή, κατέστησε κέντρο της διδασκαλίας του την οικία του Ιούστου, η οποία βρισκόταν κοντά στη συναγωγή. Ο Κρίσπος, ο αρχισυνάγωγος, μαζί με όλο του το σπιτικό υπήρξε ο σπουδαιότερος από τους Ιουδαίους που ο Απόστολος προσείλκυσε στην πίστη. 

Από τους πρώτους, μάλιστα, Χριστιανούς της Αχαΐας υπήρξε και ο Στεφανάς, τον οποίο μαζί με όλο του το σπίτι βάπτισε ο ίδιος ο Απόστολος (Α’ Κορ. α’ 16). Επί ένα και μισό έτος παρέτεινε ο Παύλος τη διαμονή του στην Κόρινθο και έγινε ο θεμελιωτής της περίφημης εκείνης Εκκλησίας. Για την Εκκλησία αυτή της Κορίνθου γράφει (Α’ Κορ. γ’ 16) ότι τη φύτευσε ο ίδιος και την πότισε ο Απολλώς. 

Ο Παύλος αναχώρησε από την Κόρινθο περίπου στο τέλος του 52 μ.Χ. μαζί με τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα. Τους δύο αυτούς συνεργάτες του τους άφησε στην Έφεσο, ενώ ο ίδιος ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα. Από εκεί ήρθε στην Αντιόχεια της Συρίας, απ’ όπου και άρχισε την τρίτη αποστολική του περιοδεία. Στο μεταξύ ο Ακύλας και η Πρίσκιλλα προσείλκυσαν στην πίστη τον Ιουδαίο Απολλώ, ο οποίος ταξίδεψε στην Αχαΐα, και αφού εγκαταστάθηκε στην Κόρινθο, σαγήνευε τους εκεί Χριστιανούς με τη ρητορική του δεινότητα και συμπλήρωνε το έργο του Παύλου. 

Δυστυχώς, όμως, με αφορμή ίσως και τον θαυμασμό που διήγειρε σε πολλούς ο Απολλώς, η Εκκλησία της Κορίνθου διαιρέθηκε σε διάφορα κόμματα. Διότι άλλοι θεωρούσαν αρχηγό τους τον Απολλώ, άλλοι τον Παύλο και άλλοι τον Κηφά. Επιπλέον, όμως, σημειώθηκαν και άλλες αταξίες, αλλά και προέκυψαν διάφορα ζητήματα, για τη λύση των οποίων οι Κορίνθιοι έγραψαν επιστολή στον Παύλο, ο οποίος στο μεταξύ είχε έρθει στην Έφεσο. Από την Έφεσο, λοιπόν, ο Απόστολος γράφει την επιστολή του αυτή μεταξύ των ετών 54 και 55 μ.Χ. Σ’ αυτήν επιτιμά, βέβαια, τους Κορινθίους για τις αταξίες και τα σκάνδαλα που είχαν συμβεί ανάμεσά τους, λύνει όμως συγχρόνως και τις απορίες τους για τα ζητήματα που οι ίδιοι έθεσαν. 

Κεφάλαιο ΙΓ' (13)
Επιστολή προς Κορινθίους Β'
Την πρώτη επιστολή προς τους Κορινθίους έφεραν στην Κόρινθο ο Τίτος μαζί με κάποιον άλλο αδελφό, του οποίου το όνομα δε μας αναφέρει ο θείος Παύλος. Αφού ο Τίτος οργάνωσε στην Κόρινθο τη λογία, δηλαδή τη συνεισφορά για τους φτωχούς Χριστιανούς των Ιεροσολύμων, επέστρεψε στην Έφεσο. Στο μεταξύ ήρθε κι ο Τιμόθεος στην Κόρινθο και αντιλήφθηκε μια κατάσταση πραγμάτων όχι ευχάριστη, διότι το κύρος του αποστόλου Παύλου αμφισβητούνταν και πάλι σοβαρά και το σχίσμα που είχε διαιρέσει την Εκκλησία της Κορίνθου εξακολουθούσε να υφίσταται. 

Αναγκάζεται, λοιπόν, ο Απόστολος να στείλει στους Κορινθίους και δεύτερη αυστηρή επιστολή, την οποία μετέφερε σ’ αυτούς ο Τίτος και η οποία χάθηκε. Στο μεταξύ η παραμονή του Παύλου στην Έφεσο έγινε πολύ επικίνδυνη και γι’ αυτό ο Απόστολος αναχωρεί κι έρχεται στην Τρωάδα, ελπίζοντας ότι θα συναντούσε εκεί τον Τίτο, ο οποίος θα του μετέφερε ειδήσεις για τους Χριστιανούς της Κορίνθου. Αλλά επειδή δεν τον βρήκε εκεί, γεμάτος ανησυχία φεύγει από την Τρωάδα σπεύδοντας να συναντήσει τον Τίτο. Η συνάντηση αυτή, τελικά, πραγματοποιήθηκε στη Μακεδονία. Οι ειδήσεις που του μετέδωσε ο Τίτος για την κατάσταση της Κορίνθου ήταν ενθαρρυντικές και ευχάριστες. Γράφει, λοιπόν, ο Παύλος τότε τη δεύτερη αυτή επιστολή του και την αποστέλλει στους Κορινθίους πάλι με τον Τίτο, ο οποίος για τρίτη φορά επισκέπτεται τώρα την Κόρινθο. 

Ο χρόνος που στάλθηκε η επιστολή αυτή δεν απέχει πολύ από τον χρόνο που γράφτηκε η πρώτη, διότι τα γεγονότα τα οποία υπαινίσσεται η δεύτερη προς Κορινθίους επιστολή θα μπορούσαν να σημειωθούν σε χρονικό διάστημα 7-8 μηνών. Εάν, λοιπόν, η πρώτη επιστολή γράφτηκε στο τέλος του 54 ή τις αρχές του 55 μ.Χ., η δεύτερη γράφτηκε γύρω στο φθινόπωρο του 55 μ.Χ. 

Επιστολή προς Γαλάτας

Η Γαλατία ήταν μία περιοχή στη Μικρά Ασία που είχε ως κυριότερες πόλεις την Άγκυρα, την Πεσσινούντα και το Τάβιο. Η περιοχή αυτή διακρινόταν από τη Φρυγία, την Πισιδία και τη Λυκαονία, οι οποίες αργότερα συναποτέλεσαν, μαζί και με κάποια άλλα μικρασιατικά τμήματα, τη ρωμαϊκή επαρχία της Γαλατίας. 

Τη χώρα αυτή επισκέφτηκε ο Απόστολος για πρώτη φορά κατά τη δεύτερη αποστολική περιοδεία του, όταν «διήλθε την Φρυγίαν και την Γαλατικήν χώραν» (Πράξ. ιστ’ 6) και έγινε δεκτός από τους Γαλάτες με ενθουσιασμό και με εξαιρετικές εκδηλώσεις στοργής και σεβασμού (Γαλ. δ’ 13 και εξής). 

Αλλά μετά από την επίσκεψη αυτή του Παύλου στη Γαλατία εισχώρησαν στις νεοσύστατες εκεί Εκκλησίες κάποιοι ιουδαϊζοντες ψευδοδιδάσκαλοι, οι οποίοι κήρυτταν ότι για τη σωτηρία ήταν απαραίτητη η τήρηση των τελετουργικών διατάξεων του νόμου και προπαντός η τήρηση της περιτομής. Και για να πετύχουν τη διάδοση των πλανεμένων αυτών διδασκαλιών τους, επιχείρησαν με συκοφαντίες και διαβολές να κλονίσουν το αποστολικό κύρος του Παύλου. Γι’ αυτό ισχυρίζονταν ότι ο Παύλος δεν ήταν αληθινός Απόστολος, όπως ήταν οι τρεις μεγάλοι Απόστολοι, ο Πέτρος, ο Ιωάννης και ο Ιάκωβος, οι οποίοι θεωρούνταν στύλοι της Εκκλησίας. 

Τις συκοφαντίες και τις πλάνες αυτές ανασκεύασε προφορικά ο Απόστολος πολύ πιθανόν κατά τη δεύτερη επίσκεψή του στις Εκκλησίες της Γαλατίας, η οποία έγινε μέσα στα πλαίσια της τρίτης αποστολικής περιοδείας του, λίγο προτού καταλήξει στην Έφεσο, όπου παρέμεινε για μια τριετία (Πράξ. ιη’ 23 και ιθ’ 1-20). 

Αλλά και μετά από την προφορική αυτή αναίρεση, κι ενώ φάνηκε προς στιγμήν ότι οι Γαλάτες πείστηκαν, εισχώρησαν και πάλι οι ψευδάδελφοι και προκάλεσαν μεγάλη αναταραχή ανάμεσα στους Χριστιανούς. Έπειτα απ’ αυτό ο απόστολος Παύλος απευθύνει προς τους Γαλάτες την επιστολή του αυτή, λίγο χρόνο μετά την άφιξή του στην Έφεσο, δηλαδή γύρω στο τέλος του 52 μ.Χ. 

 
Επιστολή προς Εφεσίους

Η Έφεσος στις ημέρες του αποστόλου Παύλου ήταν πρωτεύουσα  της ρωμαϊκής επαρχίας της Ασίας που ονομαζόταν ανθυπατική. Αποτελούσε μία από τις τρείς μεγάλες πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου, μαζί με την Αντιόχεια της Συρίας και την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Βρισκόταν σε απόσταση από τη θάλασσα μικρότερη από τρία μίλια, δίπλα στον ποταμό Κάυστρο, ο οποίος στη ρωμαϊκή περίοδο ήταν πλωτός από την ακτή της θάλασσας μέχρι την πόλη. 

Την πόλη αυτή επισκέφτηκε αρχικά ο Παύλος καθώς ερχόταν από την Κόρινθο, γύρω στο τέλος της δεύτερης αποστολικής του περιοδείας. Εισήλθε στη συναγωγή και μίλησε στους Ιουδαίους που βρίσκονταν εκεί. Δεν παρέμεινε, όμως, στην Έφεσο για πολύ χρόνο αλλά, αφού άφησε εκεί τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα, έφυγε για τα Ιεροσόλυμα, κι από εκεί κατέβηκε στην Αντιόχεια (Πράξ. ιη΄22). 

Στην τρίτη, πλέον, αποστολική του περιοδεία ο Παύλος ήρθε στην Έφεσο και παρέτεινε τη διαμονή του για μια ολόκληρη τριετία. Εξαιτίας, όμως, των μεγάλων επιτυχιών που είχε το κήρυγμά του εκεί, κίνησε την έχθρα του αργυροχόου Δημητρίου και πολλών τεχνιτών, διότι θίγονταν τα συμφέροντα τους. Κι αυτό, διότι λιγόστευαν ολοένα οι ειδωλολάτρες αγοραστές των αργυρών ομοιωμάτων του ναού της Εφεσίας Αρτέμιδος, που αυτοί κατασκεύαζαν και εμπορεύονταν. Γι’ αυτό σημειώθηκε μεγάλη στάση, στην οποία κινδύνευσε η ζωή του Αποστόλου (Πράξ. ιθ΄ 23-40). 

Ο Παύλος γύρω στο τέλος της τρίτης αποστολικής περιοδείας του, επειδή βιαζόταν να ανεβεί στα Ιεροσόλυμα και δεν ήθελε να χρονοτριβήσει στον δρόμο, όταν έφτασε στη Μίλητο κάλεσε τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Εφέσου να έρθουν εκεί. Σ’ αυτούς τότε απηύθυνε την πολύ σπουδαία ομιλία του που είναι καταγεγραμμένη στις Πράξεις (κ΄ 18-36). 

Την επιστολή αυτή ο απόστολος Παύλος την έγραψε στη Ρώμη, όταν ήταν δέσμιος κατά τη φυλάκισή του και γύρω στο τέλος της, δηλαδή το 62 ή 63 μ.Χ. Και επειδή στην επιστολή αυτή δεν αναγράφονται στο τέλος ασπασμοί, όπως συνήθιζε να κάνει ο Παύλος σ’ όλες του τις επιστολές, αλλά και σε μερικά από τα παλαιά χειρόγραφα δεν αναγράφεται στο προοίμιο η φράση «εν Εφέσω», γι’ αυτό πολλοί νεότεροι υπέθεσαν ότι ο Απόστολος την έγραψε σαν ένα είδος εγκυκλίου και την απέστειλε στην Έφεσο, προκειμένου να κυκλοφορήσει με τις φροντίδες της Εκκλησίας της Εφέσου σε περισσότερες Εκκλησίες, όπως για παράδειγμα της Λαοδικείας, της Ιεραπόλεως, της Περγάμου, της Μιλήτου και άλλων περιοχών της Φρυγίας. 

 
Επιστολή προς Φιλιππησίους

Οι Φίλιπποι ήταν πόλη της Μακεδονίας κοντά στη σημερινή Καβάλα. Η Εκκλησία της ιδρύθηκε από τον απόστολο Παύλο κατά τη δεύτερη αποστολική περιοδεία του, γύρω στο 52 μ.Χ., και υπήρξε η πρώτη Εκκλησία που ιδρύθηκε στην Ευρώπη (Πράξ. ιστ’ 12). Ο απόστολος Παύλος, ο οποίος συνοδευόταν από τον Σίλα και τον Τιμόθεο, απευθύνθηκε αρχικά στους Ιουδαίους των Φιλίππων. Πρώτη ελκύσθηκε στη χριστιανική πίστη η πορφυρόπωλις Λυδία, η οποία και βαπτίστηκε μαζί με όλο το σπίτι της. 

Κάποια μέρα ο Παύλος θεράπευσε στην πόλη των Φιλίππων μια νεαρή δούλη που είχε δαιμονικό μαντικό πνεύμα. Αυτό, όμως, έγινε αφορμή να συλληφθεί ο Παύλος, να δαρθεί και να φυλακιστεί μαζί με τον Σίλα. Η θαυμαστή, εξάλλου, απελευθέρωσή τους από τα δεσμά έγινε αιτία να προσελκυστεί στη χριστιανική πίστη ο δεσμοφύλακας της φυλακής, ο οποίος βαπτίστηκε μαζί με ολόκληρη την οικογένειά του. Τις λεπτομέρειες της φυλακίσεως των δύο Αποστόλων και τα γεγονότα που ακολούθησαν τα διαβάζουμε στο 16ο κεφάλαιο των Πράξεων (Πράξ. ιστ’ 16-40). 

Δεύτερη φορά επισκέφτηκε ο Απόστολος Παύλος την Εκκλησία των Φιλίππων κατά την τρίτη αποστολική περιοδεία του, γύρω στο 57 μ.Χ. Και για τρίτη φορά, όταν γύρω στο τέλος της περιοδείας του αυτής επέστρεφε στα Ιεροσόλυμα (Πράξ. κ’ 6). 

Την επιστολή αυτή την έγραψε ο Απόστολος από τη Ρώμη κατά το πρώτο έτος της πρώτης φυλακίσεώς του. Πήρε αφορμή να τη γράψει από την ασθένεια και την ανάρρωση του Επαφροδίτου, με τον οποίο  οι Φιλιππήσιοι είχαν αποστείλει χρηματική ενίσχυση στον Απόστολο. Όταν, λοιπόν, ο Επαφρόδιτος ανέρρωσε, ο απόστολος Παύλος τον παρακίνησε να επιστρέψει, για να μην ανησυχούν οι Φιλιππήσιοι, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν πληροφορηθεί τα σχετικά με την ασθένεια του απεσταλμένου τους (Φιλιπ. β’ 25-26). Με την ευκαιρία αυτή ο Απόστολος έγραψε την προς Φιλιππησίους επιστολή του, για να εκφράσει τις ευχαριστίες του επειδή τον θυμήθηκαν, αλλά και για να τους δώσει συμβουλές κι εντολές με βάση τις πληροφορίες που είχε πάρει από τον Επαφρόδιτο. 

 
Επιστολή προς Κολασσαείς

Οι Κολασσές (ή Κολοσσές) ήταν μία αξιόλογη πόλη της Φρυγίας κοντά στη Λαοδικεία και την Ιεράπολη. Αυτό συνάγεται και από την επιστολή αυτή (Κολ. δ’ 13), όπου μνημονεύονται και οι τρεις αυτές πόλεις μαζί. Η πόλη των Κολοσσών έχει πλέον ταφεί σε ερείπια και μνημονεύεται χάρη στην επιστολή αυτή, η οποία στάλθηκε στην Εκκλησία που τότε ήκμαζε εκεί. 

Ο απόστολος Παύλος φαίνεται ότι δεν είχε επισκεφτεί αυτοπρόσωπος τις Κολοσσές (πρβ. Κολ. β’ 1) και δεν είχε ιδρύσει ο ίδιος την Εκκλησία τους, αλλά ο Επαφράς, που καταγόταν από την πόλη αυτή (πρβ. Κολ. α’ 7-9, δ’ 12). Όμως επέδειξε μεγάλο ενδιαφέρον γι’ αυτή την πόλη, όπως φαίνεται κι από την επιστολή αυτή που έστειλε στους Χριστιανούς των Κολοσσών προκειμένου να τους προφυλάξει απ’ τους ψευδοδιδασκάλους, οι οποίοι ζητούσαν να τους παρασύρουν σε κάποιο είδος αγγελοθρησκίας, καθώς και σε υπερασκητικές υπερβολές αποχής από ορισμένα φαγητά και διακρίσεως ημερών. 

Πληροφορίες γι’ αυτά τα θέματα πήρε ο Απόστολος από τον ίδιο τον Επαφρά, ο οποίος ήρθε να τον συναντήσει, όταν αυτός ήταν φυλακισμένος στη Ρώμη κατά την πρώτη φυλάκισή του. Συνεπώς και η επιστολή αυτή γράφτηκε από τη Ρώμη γύρω στο 63 μ.Χ. 

 
Επιστολή προς Θεσσαλονικείς Α'

Ο απόστολος Παύλος επισκέφτηκε για πρώτη φορά τη Θεσσαλονίκη γύρω στο 52 μ.Χ. κατά τη διάρκεια της δεύτερης αποστολικής του περιοδείας. Συνοδευόταν από τον Σίλα και τον Τιμόθεο κι ερχόταν απ’ τους Φιλίππους, όπου είχε υποστεί κακοπάθειες και φυλάκιση. 

Σύμφωνα με τις πληροφορίες από τις Πράξεις (ιζ’ 1-10) , ο Απόστολος, αφού ήρθε στη Θεσσαλονίκη, απευθύνθηκε πρώτα στους Ιουδαίους. Τους μιλούσε τρία συνεχόμενα Σάββατα διαγγέλλοντας ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας με βάση τις προφητείες της Αγίας Γραφής. Έτσι ιδρύθηκε η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης, η οποία περιέλαβε λίγους, βέβαια, Ιουδαίους, μεγάλου όμως πλήθος από προσήλυτους και εθνικούς και γυναίκες, πολύ πιθανόν της ανώτερης τάξεως. Αυτό διήγειρε τον φανατισμό των Ιουδαίων εκείνων που δεν πίστεψαν στο κήρυγμα του Παύλου, οι οποίοι και υποκίνησαν διωγμό εναντίον του. Ο διωγμός αυτός σε λίγο επεκτάθηκε και εναντίον όλων των Χριστιανών της Θεσσαλονίκης. 

Εξαιτίας του διωγμού αυτού ο απόστολος Παύλος αναγκάστηκε να φύγει όχι μόνο από τη Θεσσαλονίκη αλλά και από τη Βέροια. Κι όταν έφτασε στην Αθήνα, έστειλε από εκεί στη Θεσσαλονίκη τον Τιμόθεο, για να ενισχύσει τους Χριστιανούς που βρίσκονταν σε διωγμό. Οι ειδήσεις που μετέδωσε κατόπιν ο Τιμόθεος για τους Θεσσαλονικείς στον Παύλο, ο οποίος ήδη βρισκόταν στην Κόρινθο, του έδωσαν την αφορμή να τους γράψει γύρω στα τέλη του 52 μ.Χ. την πρώτη του επιστολή. Μ’ αυτή θέλει αρχικά να εκφράσει τη χαρά του για τη σταθερότητα τους μέσα στους διωγμούς και τους πειρασμούς, να τους επιστήσει, όμως, και την προσοχή σε μερικά ολέθρια κατάλοιπα από τις προηγούμενες ειδωλολατρικές τους συνήθειες και κακίες. Τέλος, να τους πληροφορήσει για την ανάσταση των νεκρών κατά τη Δευτέρα παρουσία του Κυρίου. 

 
Επιστολή προς Θεσσαλονικείς B'

Τη δεύτερη επιστολή του προς τους Θεσσαλονικείς την έγραψε ο Απόστολος από την Κόρινθο λίγους μήνες μετά την πρώτη. Πήρε αφορμή είτε από επιστολή που του έστειλαν οι Θεσσαλονικείς μόλις έλαβαν την πρώτη, είτε από πληροφορίες που στο μεταξύ πήρε ο Απόστολος για την κατάσταση στη Θεσσαλονίκη. 

 
Επιστολή προς Τιμόθεον Α'

Ο Τιμόθεος καταγόταν από τα Λύστρα της Λυκαονίας και είχε μητέρα μια πιστή Ιουδαία, την Ευνίκη, και πατέρα Έλληνα. Στη χριστιανική πίστη προσελκύστηκε από τον ίδιο τον Παύλο, πιθανώς κατά τη διάρκεια της πρώτης αποστολικής περιοδείας του, και προσλήφθηκε απ’ αυτόν ως ακόλουθος και βοηθός του στη δεύτερη αποστολική περιοδεία του. Προκειμένου, μάλιστα, ο Απόστολος να διευκολύνει τη δράση του Τιμόθεου ανάμεσα στους Ιουδαίους, δε δίστασε να τον υποβάλει σε περιτομή, επειδή όλοι οι Ιουδαίοι της περιοχής εκείνης γνώριζαν ότι ο πατέρας του Τιμοθέου ήταν Έλληνας (Πράξ. ιστ’ 1-3) και συνεπώς με κανένα τρόπο δε θα δέχονταν να ακούσουν τη διδασκαλία του. 

Από τις πρώτες κιόλας ημέρες που τον πήρε μαζί του ο Παύλος, ο Τιμόθεος επέδειξε τέτοια στοργή και υπακοή σ’ αυτόν, ώστε να βεβαιώνει ο Απόστολος ότι «ὡς πατρί τέκνον σύν ἐμοί ἐδούλευσεν εἰς τό εὐαγγέλιον» και να τον χαρακτηρίζει «ἰσόψυχον» (Φιλιπ. β’ 20-22). Και κατά τη διάρκεια της τρίτης αποστολικής περιοδείας βρίσκουμε τον Τιμόθεο κοντά στον Παύλο στην Έφεσο, απ’ όπου αποστέλλεται στη Μακεδονία (Πράξ. ιθ’ 22). Εκεί συναντήθηκε πάλι με τον Παύλο, τον οποίο ακολούθησε στην Κόρινθο, Τρωάδα και Ιεροσόλυμα (Β’ Κορ. α’ 1, Ρωμ. ιστ’ 21, Πράξ. κ’ 4-5). 

Όταν ο Παύλος ήταν φυλακισμένος στη Ρώμη, ο Τιμόθεος βρισκόταν εκεί μαζί του (Φιλιπ. α’ 1, Κολασ. α’ 1, Φιλήμ. 1). Κι όταν απελευθερώθηκε ο Παύλος και επιχείρησε την τέταρτη αποστολική του περιοδεία, ήρθε μαζί του στην Έφεσο και παρέμεινε εκεί, σύμφωνα με οδηγία που του έδωσε ο Απόστολος. Στο διάστημα αυτό της παραμονής του Τιμοθέου στην Έφεσο γράφτηκε η επιστολή αυτή. 

Επιστολή προς Τιμόθεον Β'
Όταν έπειτα ο Παύλος επανήλθε στη Ρώμη κι εκεί συνελήφθη πάλι και επρόκειτο να θανατωθεί, έγραψε σ’ αυτόν και τη δεύτερη επιστολή, με την οποία τον καλούσε να έρθει κοντά του (Β’ Τιμ. δ’ 9). Φαίνεται ότι πραγματικά ο Τιμόθεος έσπευσε να συναντήσει τον Απόστολο (πρβ. Ἑβρ. ιγ’ 23). 

Σύμφωνα με τις «Αποστολικές Διαταγές» (Ζ’ 46, 3) ο Τιμόθεος επέστρεψε και πάλι στην Έφεσο, όπου και παρέμεινε μέχρι τα χρόνια του αυτοκράτορα Δομιτιανού. Τότε και υπέστη μαρτυρικό θάνατο. 

Επιστολή προς Τίτον
Ο Τίτος ήταν Χριστιανός που προερχόταν από τους Εθνικούς, και τον συναντούμε ως ακόλουθο του Παύλου και του Βαρνάβα στα Ιεροσόλυμα. Εκεί τότε – γύρω δηλαδή στο 51 μ.Χ. – συγκροτούνταν η Αποστολική Σύνοδος, για να επιλύσει το ζήτημα εάν η περιτομή και οι υπόλοιπες τελετουργικές διατάξεις του νόμου της Παλαιάς Διαθήκης ήταν υποχρεωτικές για τους Χριστιανούς που προέρχονταν από τους εθνικούς. Μέσα σε τέτοιες περιστάσεις βρέθηκε ο Παύλος μαζί με τον Τίτο στα Ιεροσόλυμα, και επόμενο ήταν να μη συγκατατεθεί ο Παύλος να περιτμηθεί ο Τίτος, όπως είχαν την αξίωση οι ιουδαϊζοντες (Γαλ. β’ 1-5). 

Στη συνέχεια ο Παύλος τον είχε κοντά του ως συνεργάτη και τον έστειλε επανειλημμένα στην Κόρινθο. Κατά τη διάρκεια της τέταρτης αποστολικής του περιοδείας τον άφησε στην Κρήτη. Από την Κρήτη έπειτα ο απόστολος Παύλος συνέχισε την περιοδεία του, για να επισκεφτεί τις Εκκλησίες της Μικράς Ασίας. Αφού άφησε τον Τιμόθεο στην Έφεσο, όταν επέστρεφε στη Ρώμη απηύθυνε στον Τίτο την επιστολή αυτή. Στο τέλος της επιστολής τον καλεί να έρθει στη Νικόπολη. Και πραγματικά φαίνεται ότι συναντήθηκε εκεί ο Τίτος με τον Παύλο, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από κάποια πληροφορία που βρίσκουμε στη Β’ προς Τιμόθεον επιστολή (δ’ 10), σύμφωνα με την οποία, όταν ο Παύλος αντιμετώπιζε στη Ρώμη τον κίνδυνο του μαρτυρίου, ο Τίτος βρισκόταν στη Δαλματία. 

Επιστολή προς Φιλήμονα

Ο Φιλήμων ήταν ένας εύπορος Χριστιανός στις Κολοσσές, ο οποίος ελκύστηκε στη χριστιανική πίστη από τον Παύλο, όπως φαίνεται από τον στίχο 19 της επιστολής. Η επιστολή αυτή απευθύνεται και προς την Απφία, που ήταν φαίνεται σύζυγος του Φιλήμονος. Απευθύνεται ακόμη και στον Άρχιππο, τον συστρατιώτη, πιθανώς του Φιλήμονος, ο οποίος είχε κάποιο εκκλησιαστικό αξίωμα στην Εκκλησία των Κολασσαέων. Σύμφωνα με το Μηναίο στις 22 Νοεμβρίου εορτάζεται η «μνήμη των αγίων Αποστόλων Φιλήμονος, Αρχίππου, Απφίας και Ονησίμου, μαθητών γεγονότων Παύλου του Αποστόλου». 

Ο Ονήσιμος που αναφέρεται στην επιστολή υπήρξε δούλος του Φιλήμονος, ο οποίος, αφού δραπέτευσε από το σπίτι του, κατέφυγε στη Ρώμη, όπου συνάντησε τον Παύλο και ελκύστηκε απ’ αυτόν στην πίστη. Ο απόστολος Παύλος, βέβαια, επιθυμούσε να κρατήσει κοντά του τον Ονήσιμο, για να δέχεται απ’ αυτόν τις υπηρεσίες του, δεν ήθελε όμως να το κάνει αυτό χωρίς τη συγκατάθεση του κυρίου του. Εξάλλου ο Ονήσιμος με τη φυγή του, ίσως και με κάποια κλοπή, είχε αδικήσει τον κύριό του, και ως Χριστιανός έπρεπε να σπεύσει να επανορθώσει την αδικία που έκανε. Με την ευκαιρία, λοιπόν, της αναχωρήσεως του Τυχικού από τη Ρώμη για τις Κολοσσές και τη Λαοδίκεια, ο Παύλος έστειλε μαζί του και τον Ονήσιμο προς τον κύριό του, αφού έγραψε και τη συστατική αυτή επιστολή. Την έγραψε την ίδια περίοδο που έγραψε και την προς Κολασσαείς επιστολή. Μ’ αυτή παρακαλεί τον Φιλήμονα να δεχτεί ευνοϊκά τον Ονήσιμο, ο οποίος τον αδίκησε. 

Κεφάλαιο Α’ (1)

  1. (στ. 1-3) Προοίμιο
  2. (στ. 4-7) Η αγάπη και η πίστη του Φιλήμονα
  3. (στ. 8-22) Η αδελφική παράκληση για τον Ονήσιμο
  4. (στ. 23-25) Ασπασμοί και τελική ευλογία
Επιστολή προς Εβραίους
Είναι ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία της Καινής Διαθήκης, το οποίο δεν υπολείπεται σε σπουδαιότητα από καμία άλλη επιστολή του αποστόλου Παύλου. Σύγγραμμα απολογητικού χαρακτήρα που αποδεικνύει συστηματικά την ανυπέρβλητη υπεροχή του Χριστιανισμού και της Νέας Διαθήκης απέναντι στην ισραηλιτική θρησκεία και την Παλαιά Διαθήκη. Καθιστώντας, μάλιστα, φανερή την ανεπάρκεια της λευϊτικής ιερωσύνης και των θυσιών που προσφέρονταν στον Ναό των Ιεροσολύμων, εξαίρει την αιώνια και αδιάδοχη ιερωσύνη του Χριστού. Αυτός ως Μέγας και Αιώνιος Αρχιερεύς, αφού πρόσφερε μια για πάντα το δικό Του αίμα υπέρ των αμαρτιών του λαού Του, εισήλθε στα αληθινά Άγια, τον Ουρανό, κι έγινε έτσι Πρόδρομός μας και διάνοιξε ελεύθερη την είσοδο του Ουρανού και σε μας. Με όλα αυτά, λοιπόν, έγινε Πρόξενος αιώνιας σωτηρίας. 

Αναντίλεκτα η προς Εβραίους επιστολή ως προς τις ιδέες και τις διδασκαλίες που αναπτύσσονται μέσα σ’ αυτή παρουσιάζεται συγγενική με τις άλλες επιστολές του Παύλου. Μέσα από τις σελίδες της αισθανόμαστε να αναπηδά το πνεύμα των κύριων γραμμών της διδασκαλίας του Παύλου. Εμφανίζει όμως και διαφορές με τις υπόλοιπες επιστολές, και κυρίως στο ύφος. Γι’ αυτό, ενώ δεν αμφισβητήθηκε η αποστολικότητα και η θεοπνευστία της, από τα παλαιά χρόνια κυκλοφόρησε η γνώμη σύμφωνα με την οποία «τά μέν νοήματα τοῦ Ἀποστόλου ἐστίν, ἡ δέ φράσις καί ἡ σύνθεσις» είναι κάποιου άλλου από τους ακολούθους του Παύλου ( του Λουκά ή του Απολλώ ή του Κλήμεντος Ρώμης), ο οποίος απομνημόνευσε τα αποστολικά διδάγματα και τα διατύπωσε ελεύθερα, αλλά πιστά. Γι’ αυτό και έγινε δεκτό και από τον Ωριγένη ότι « όχι τυχαία οι αρχαίοι άνδρες μάς την παρέδωσαν ως επιστολή του Παύλου». 

Η επιστολή γράφτηκε προς Χριστιανούς που ήταν Ιουδαίοι, και οι οποίοι βρίσκονταν σε δοκιμασία και ήταν κλονισμένοι. Στάλθηκε πιθανότατα από τη Ρώμη και λίγο πριν από την καταστροφή των Ιεροσολύμων, δηλαδή γύρω στο 70 μ.Χ. 

Ιακώβου

Ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, που έγραψε την επιστολή αυτή, διακρίνεται τόσο από τον Ιάκωβο τον γιό του Ζεβεδαίου και αδελφό του ευαγγελιστού Ιωάννου, όσο και από τον Ιάκωβο τον μικρό, τον γιό του Αλφαίου. Και οι δύο αυτοί Ιάκωβοι υπήρξαν Απόστολοι από τους δώδεκα· ο Αδελφόθεος, αντιθέτως, προστέθηκε στον κύκλο των μαθητών μετά την Ανάσταση του Κυρίου και διετέλεσε πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων. Διακρίθηκε και μεταξύ των Αποστόλων, και θεωρούνταν μαζί με τον Πέτρο και τον ευαγγελιστή Ιωάννη ως ένας από τους στύλους της πρώτης Εκκλησίας. 

Ονομάζεται  «Αδελφόθεος», διότι, σύμφωνα με την επικρατέστερη γνώμη, ήταν μαζί με τους άλλους θεωρούμενους αδελφούς του Χριστού γιός του μνήστορος Ιωσήφ από γυναίκα με την οποία είχε έρθει σε γάμο προτού μνηστευτεί την αειπαρθένο Θεοτόκο. 

Ο Ιάκωβος ήταν ασκητικός  στον τρόπο ζωής του και είχε αποκληρωμένα «τα γόνατα του σαν της καμήλας», διότι συνεχώς προσευχόταν γονατιστός «προσκυνώντας τον Θεό και ζητώντας την άφεση για τον λαό του». Και για την πολύ μεγάλη του δικαιοσύνη ονομαζόταν «ο Δίκαιος». Λίγο πριν από την πολιορκία των Ιεροσολύμων, οι Ιουδαίοι που παρέμειναν άπιστοι τον λιθοβόλησαν. Κι ενώ ήταν ημιθανής, τον αποτελείωσε ένας γναφέας χτυπώντας τον πολύ δυνατά μ’ ένα δοκάρι στο κεφάλι. 

Ο αδελφόθεος Ιάκωβος απηύθυνε την επιστολή του από τα Ιεροσόλυμα προς τις δώδεκα φυλές της διασποράς, δηλαδή τους Ιουδαίους Χριστιανούς που ήταν διασκορπισμένοι στα έθνη. Την έγραψε πολύ πιθανόν πριν από την Αποστολική Σύνοδο (50 μ.Χ.). 

Κεφάλαια Επιστολής Ιακώβου

Αποστόλου Πέτρου

 
 
Επιστολή Πέτρου Α'

Σίμων ήταν το όνομα του κορυφαίου Αποστόλου, ο οποίος από το έργο του ψαρά κλήθηκε να ακολουθήσει τον Χριστό μαζί με τον Ανδρέα και να συγκαταριθμηθεί μαζί του στο χορό των δώδεκα Αποστόλων. Από τον Κύριο στην Καισάρεια του Φιλίππου του δόθηκε και το όνομα Πέτρος, με αφορμή μια ερώτηση που ο ίδιος ο Κύριος έκανε, κι ο Πέτρος τότε διεκήρυξε τη σωστή πίστη σχετικά με αυτόν. Η ομολογία του αυτή εξάλλου θα αποτελούσε την πέτρα πάνω στην οποία θα οικοδομούνταν η Εκκλησία. Ο πατέρας του Πέτρου ονομάζεται σε άλλα σημεία των Ευαγγελίων Ιωνάς, ενώ σε άλλα σημεία Ιωάννης. Πατρίδα του υπήρξε η Βηθσαϊδά, ως κάτοικος της Καπερναούμ. Από την πόλη αυτή φαίνεται ότι καταγόταν η σύζυγος του, και συνεπώς ο Πέτρος εγκαταστάθηκε εκεί πολύ πιθανόν μετά τον γάμο του. 

Από την πρώτη στιγμή ο Πέτρος είχε κεντρική θέση στον κύκλο των Αποστόλων. Μνημονεύεται πάντοτε πρώτος μεταξύ των μαθητών και στους καταλόγους των Ευαγγελίων. Αλλά και μαζί με τους δύο γιούς του Ζεβεδαίου συναποτελούσε το στενότερο κύκλο των Αποστόλων γύρω από τον Κύριο. Είχε χαρακτήρα ορμητικό και εύκολα εξαπτόταν, για να καταπέσει όμως πάλι, χάνοντας για λίγο το θάρρος του. Εμφανίζεται παρόλα αυτά ως ένας θαυμάσιος τύπος Γαλιλαίου, και πίσω από το ευμετάβολο του χαρακτήρα του έκρυβε ειλικρίνεια και θερμή αφοσίωση στο Διδάσκαλο. Η αφοσίωση του αυτή εκδηλώθηκε μάλιστα μετά την Πεντηκοστή με δύναμη και σταθερότητα. Σύμφωνα με κάποια παράδοση ο Πέτρος ήλθε στη Ρώμη, πολύ πιθανόν το διάστημα που βρισκόταν εκεί ο Παύλος, και μαρτύρησε επί Νέρωνος το ίδιο έτος που μαρτύρησε και ο Παύλος. 

Η πρώτη Καθολική επιστολή του Πέτρου απευθύνεται στους πιστούς « Πόντου, Γαλατίας, Καππαδοκίας, Ασίας, Βιθυνίας». Από το γεγονός αυτό θεωρήθηκε ως πιθανό το συμπέρασμα ότι στη Μικρά Ασία, εκτός από τις Εκκλησίες που ίδρυσε ο Παύλος, υπήρχαν κι άλλες που ίδρυσε ο ίδιος ο Πέτρος ή κάποιοι συνεργάτες του. Η επιστολή αυτή γράφτηκε από το «Βαβυλώνα», όπως φαίνεται από τους ασπασμούς που στέλνει στο τέλος της επιστολής του από την «εν Βαβυλώνι συνεκλεκτή» Εκκλησία. Και με το όνομα αυτό ο Πέτρος εννοεί κατά πάσα πιθανότητα τη Ρώμη, τη συνεκλεκτή Εκκλησία, από την οποία στέλνει τους ασπασμούς των πιστών της. Χρόνος της συγγραφής της πρώτης αυτής επιστολής είναι πολύ πιθανόν το διάστημα που παρεμβλήθηκε ανάμεσα στην πρώτη αποφυλάκιση του Παύλου και στην κήρυξη του διωγμού από τον Νέρωνα εναντίον των Χριστιανών, δηλαδή ανάμεσα στο 60 και 64 μ.Χ. 

 
Επιστολή Πέτρου B'

Ο Πέτρος έγραψε και τη δεύτερη επιστολή, όπως μαρτυρεί το ίδιο το προοίμιο της, και την έστειλε στους ίδιους Χριστιανούς στους οποίους έστειλε και την πρώτη, λίγο πριν από το θάνατο του, δηλαδή ανάμεσα στο 64 και 66 μ.Χ. 

 

Ευαγγελιστή Ιωάννη

Και στις τρεις αυτές επιστολές διακρίνεται η ίδια συγγραφική σφραγίδα, γι’ αυτό και ανέκαθεν γινόταν, σχεδόν, γενικά αποδεκτό ότι προέρχονται από το ίδιο χέρι και τον ίδιο νου. Γι’ αυτό παρέμειναν και οι τρεις αχώριστες μεταξύ τους και συναποτέλεσαν ξεχωριστή ομάδα ανάμεσα σ’ όλες τις επιστολές της Καινής Διαθήκης. Ο συγγραφέας τους ανήκει στους αυτόπτες μάρτυρες και ακροατές του Κυρίου και αυτοτιτλοφορείται ως «ο πρεσβύτερος». Σύμφωνα με την ομόφωνη παράδοση της Εκκλησίας είναι ο ευαγγελιστής Ιωάννης. 

Επιστολή Ιωάννη Α'

Η πρώτη από τις επιστολές αυτές, αρκετά εκτεταμένη, γράφτηκε από τον Απόστολο με αφορμή τον κίνδυνο που δημιούργησαν στην Εκκλησία κάποιοι ψευδοδιδάσκαλοι, οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως πρόδρομοι και όργανα του αντίχριστου και αντίχριστοι. Οι αιρετικοί αυτοί αρνούνταν ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού και ότι έγινε άνθρωπος και υπέμεινε για μας Πάθος πραγματικά και αληθινά. Μ’ αυτήν την αφορμή ο Απόστολος έγραψε την επιστολή του αυτή πολύ πιθανόν από την Έφεσο, τον ίδιο περίπου καιρό που έγραψε και το Ευαγγέλιο. Κύριο σκοπό της συγγραφής του αυτής έθεσε το να στηρίξει τα πνευματικά του παιδιά στην αληθινή πίστη και σε αδιάσπαστη επικοινωνία με τους αυτόπτες μάρτυρες του Λόγου της ζωής.  

 
Επιστολή Ιωάννη Β'

Η δεύτερη επιστολή, η οποία είναι πολύ μικρή, απευθύνεται σε κάποια «εκλεκτή κυρία» και κλείνει μ’ ένα σύντομο χαιρετισμό εκ μέρους των παιδιών της αδελφής της εκλεκτής αυτής της κυρίας. Σύμφωνα με την πιθανότερη γνώμη, με τη φράση αυτή ο Ευαγγελιστής υπονοεί μεταφορικά κάποια τοπική εκκλησία. Σ’ αυτό συνηγορεί το ότι και τα παιδιά της άλλης εκλεκτής κυρίας που στέλνουν τους ασπασμούς τους, φαίνεται φυσικότερο να είναι τα μέλη κάποιας άλλης τοπικής εκκλησίας. Κι η δεύτερη αυτή επιστολή γράφτηκε με αφορμή τον κίνδυνο από τους ψευδοδιδασκάλους, με σκοπό να βοηθήσει τους παραλήπτες της Χριστιανούς να ασφαλιστούν πλήρως απ’ αυτούς, μέχρι τη στιγμή που ο ίδιος ο Ευαγγελιστής θα είχε την ευκαιρία και αυτοπροσώπως να τους επισκεφτεί. Φαίνεται, μάλιστα, ότι κι αυτή στάλθηκε από την Έφεσο μετά την πρώτη Καθολική επιστολή.  

Κεφάλαιο Α’ (1)

  1. (στ. 1-3) Χαιρετισμός
  2. (στ. 4-11) Αλήθεια και αγάπη
  3. (στ. 12-13) Τελικός χαιρετισμός
Επιστολή Ιωάννη Γ'

Και η τρίτη επιστολή είναι το ίδιο σύντομη όπως και η δεύτερη. Γράφτηκε με αφορμή κάποιους αδελφούς που περιόδευσαν κηρύττοντας το Ευαγγέλιο, τους οποίους ο θείος Απόστολος συνιστά στους Χριστιανούς που ήταν διασκορπισμένοι στα διάφορα μέρη και ζητά να τους φιλοξενούν. Απευθύνεται σε κάποιον Γάιο, στον οποίο ο Απόστολος ιδιαιτέρως συνιστά τους περιοδευτές αυτούς. Ταυτόχρονα, όμως, του παραπονείται για κάποιον Διοτρεφή, ο οποίος, επειδή αντιμαχόταν τον Απόστολο, καταδίωκε τους ανθρώπους που προέρχονταν απ’ αυτόν και αποδίωκε από την Εκκλησία καθέναν που θα τους δεχόταν. Η επιστολή αυτή γράφτηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του Αποστόλου, πολύ πιθανόν από την Έφεσο.  

Κεφάλαιο Α’ (1)

  1. (στ. 1-4) Χαιρετισμός
  2. (στ. 5-12) Συνεργάτες και αντίπαλοι
  3. (στ. 13-15) Τελικός χαιρετισμός

Ιούδα

Ο συγγραφέας ονομάζει τον εαυτό του αδελφό του Ιακώβου αλλά όχι και απόστολο. Δεν είναι, λοιπόν, ο Ιούδας αυτός από τους δώδεκα αποστόλους, εκείνος  που είναι γνωστός με το επώνυμο Θαδδαίος ή Λεββαίος∙ αλλά είναι ένας από τους νομιζόμενους αδελφούς του Κυρίου, από τους γιούς, δηλαδή, που είχε αποκτήσει ο Ιωσήφ από  γυναίκα με την οποία είχε συζευχθεί προτού μνηστευθεί τη Θεοτόκο. Δεδομένου, μάλιστα, ότι αυτός ήταν μεγαλύτερος στην ηλικία από τον Κύριο τουλάχιστον πέντε χρόνια, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η επιστολή γράφτηκε γύρω στο 70 μ.Χ. 

Σχετικά με την αφορμή εξαιτίας της οποίας γράφτηκε η επιστολή αυτή και σχετικά με τον σκοπό της μπορούμε να υποθέσουμε τα εξής: Από κάποιους πιστούς της Συρίας, και ιδιαιτέρως της Εκκλησίας της Αντιοχείας, μεταδόθηκε στα Ιεροσόλυμα η είδηση ότι κάποιοι ψευδοδιδάσκαλοι με τις πλανεμένες διδασκαλίες τους προκαλούσαν μεγάλη ζημιά στους Χριστιανούς. Ο Ιούδας, λοιπόν, ο οποίος μετά τον θάνατο του αδελφού του, Ιακώβου, είχε ιδιαίτερο κύρος μέσα στην Εκκλησία ως ένας από τους παλαιούς πρεσβυτέρους της Εκκλησίας  των Ιεροσολύμων, γράφει την επιστολή αυτή, με σκοπό να τονίσει στους πιστούς τον επαπειλούμενο κίνδυνο και να τους συστήσει την αμετακίνητη προσήλωσή τους στη ζωή της αγνότητας και της αληθινής πίστεως. 

Αποκάλυψη

Αποκάλυψη Ιωάννου

Η «Αποκάλυψη του Ιωάννου» είναι ένα προφητικό βιβλίο στο οποίο ο θεόπνευστος συγγραφέας εκθέτει την αποκάλυψη, την οποία «ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός», για να δείξει στους δούλους του «ἅ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει» (Ἀπόκ. α’ 1). 

Συγγραφέας του βιβλίου αυτού είναι ο δούλος του Χριστού Ιωάννης, όπως ο ίδιος κατονομάζει τον εαυτό του στον πρώτο στίχο του βιβλίου. Κάποιοι, βέβαια, υπέθεσαν ότι ο Ιωάννης αυτός είναι άλλος, διαφορετικός από τον απόστολο Ιωάννη. Όμως, στην ιστορία των αποστολικών χρόνων δεν έχουμε κάποια σοβαρή και αδιαμφισβήτητη μαρτυρία για ένα τέτοιο πρόσωπο, που να έχει μέσα στην αποστολική Εκκλησία τόσο κύρος ώστε το σύγγραμμά του να περιληφθεί ως θεόπνευστο στον κανόνα της Καινής Διαθήκης. Ο Ιωάννης, λοιπόν, ο συγγραφέας της Αποκαλύψεως, είναι ο ίδιος ο απόστολος και ευαγγελιστής Ιωάννης. 

Σκοπός για τον οποίο ο θείος απόστολος έγραψε το βιβλίο αυτό είναι το να προτρέψει τους πιστούς να προετοιμάζουν τους εαυτούς τους για τη Δευτέρα παρουσία του Κυρίου με εγρήγορση και μετάνοια και να τους παρηγορήσει, ώστε με υπομονή και ελπίδα να αντιμετωπίζουν τις θλίψεις που θα προηγηθούν από την παρουσία αυτή. 

Συνεπώς, κύριο θέμα του βιβλίου είναι ο αγώνας πριν τη Δευτέρα παρουσία του Κυρίου μεταξύ της Βασιλείας του Θεού και της δυνάμεως του σατανά. Η δύναμη αυτή του σατανά, τελικά, κατασυντρίβεται από τον Ιησού Χριστό και από τον οριστικό θρίαμβο της Εκκλησίας, η οποία εκπροσωπεί τη Βασιλεία του Θεού. Η κεντρική έννοια που κυριαρχεί σε όλο το βιβλίο, είναι ο αγώνας αυτός του εσφαγμένου Αρνίου, δηλαδή του Ιησού Χριστού, το οποίο «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ». Αφού, δηλαδή, ο Χριστός νίκησε τον σατανά από την πρώτη του παρουσία πάνω στη γη και καθώς συμβασιλεύει ήδη μαζί με τον Θεό Πατέρα στον ουρανό, είναι και τώρα ο πραγματικός κύριος του κόσμου και όσων συμβαίνουν σε αυτόν. Παρά την προσωρινή και περιορισμένη επικράτηση του σατανά στον παρόντα αιώνα, το Αρνίο εξακολουθεί να είναι ο Κύριος της ιστορίας των ανθρώπων. Και θα έρθει ως Κριτής και Βασιλεύς, για να εκμηδενίσει τον σατανά και να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς. Τότε θα αποδώσει στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του και θα εγκαθιδρύσει νέα τάξη πραγμάτων, στην οποία η νέα Ιερουσαλήμ, που θα αποτελείται από την επουράνια ατελεύτητη θριαμβεύουσα Εκκλησία των πιστών, ἐν «καινῷ οὐρανῷ και καινῇ γῇ» θα απολαμβάνει τη μακαριότητα και τη δόξα του Θεού, καθώς θα βρίσκεται σε ακατάπαυστη κοινωνία μαζί Του.  

Τόπος της συγγραφής του βιβλίου, πιθανότατα, είναι η νήσος Πάτμος, όπου έγιναν στον Ιωάννη οι αποκαλύψεις από τον Θεό που περιλήφθηκαν μέσα σ’ αυτό, όπως δηλώνει στην αρχή του βιβλίου (α’ 9). Στο νησί αυτό, ο θείος Απόστολος εξορίστηκε το δέκατο τέταρτο (14ο) έτος της βασιλείας του Δομετιανού (δηλαδή γύρω στο 95 μ.Χ.), όπως αναφέρει ο Ευσέβιος στο χρονικό του. Στο ίδιο περίπου χρονικό διάστημα, ο Ιωάννης γράφει και την αποκάλυψη «ὑπό τήν νωπήν ἐντύπωσιν» των οπτασιών τις οποίες είδε σε έκσταση. 

Κεφάλαια Αποκάλυψης