Η μάχη της Αλαμάνας
Ο ήλιος ανηφόριζε αθόρυβα εκείνο το πρωινό της 22 Απριλίου 1821. Η άνοιξη με τα στολίδια της ξεκούραζε το μάτι εκεί στις παρυφές του Χαλκώματος και το γεφύρι της Αλαμάνας.
Το δέλεαρ της άνοιξης όμως δεν ήταν ικανό να αποσπάσει από το χρέος το νου των αγωνιστών που περίμεναν τ’ αναρίθμητα τούρκικα φουσάτα που κατέβαιναν απ’ τη Λαμία. Μαζεμένοι όλοι γύρω απ’ τους ρασοφόρους οδηγούς τους έπαιρναν τις τελευταίες οδηγίες.
Πρώτα μιλά ο Διάκος:
– Για να απολαύσουμε την ελευθερία πρέπει ν’ αποφασίσουμε να πεθάνουμε με τα όπλα στα χέρια και τότε ας την χαρούν οι μεταγενέστεροί μας. Αν όμως δειλιάσουμε τώρα, τότε αιωνίως χαθήκαμε και εμείς και όλο το Έθνος. Όποιος, λοιπόν, αγαπά την αλήθεια, την πίστη και την πατρίδα, ας αρπάξει τα όπλα κι ας έρθει μαζί μας.
Ύστερα ακούστηκε η γλυκεία φωνή του δεσπότη των Σαλώνων Ησαΐα:
– Καλά μου παιδιά, μην ξεχνάτε ποτέ πως ο Θεός είναι μεθ’ ημών….Ευχαριστώ το Θεό που με αξίωσε να ευλογήσω τα όπλα σας και να βρεθώ ο ίδιος κοντά σας από τις πρώτες μάχες.
Σταυροκοπήθηκε. Το ίδιο έκαμαν και όλοι οι αγωνιστές. Σκόρπισαν όμως απότομα γιατί κοντοζύγωσαν τα εχθρικά φουσάτα. Ο Διάκος πολεμούσε κοντά στο γεφύρι της Αλαμάνας, ενώ ο Ησαΐας μαζί με τον Πανουργιά και τον Δυοβουνιώτη λίγο παραπέρα. Το μακελειό αρχίζει και οι γενναίοι αγωνιστές δεν οπισθοδρομούν παρά τον υπεράριθμο αριθμό των αντιπάλων τους. Η ψυχή τους συγκλονίζεται από την ανδρεία και το κουράγιο των δύο ιερωμένων, την αυτοπρόσωπη και ολοζώντανη Ορθοδοξία ενσαρκωμένη πλάι τους.
Καθώς περνά όμως η ώρα ο Ομέρ Βρυώνης ρίχνει σαν τα κοπάδια νέες δυνάμεις. Οι ανεξάρτητες εφεδρείες ζώνουν ασφυκτικά τους αγωνιστές που πολεμούν δίπλα στον Ησαΐα. Δημιουργείται πανικός και όλοι φεύγουν, όπως μπορούν, για να αποφύγουν την καταστροφή. Ματώνει η καρδιά του Ησαΐα, ιδιαίτερα βλέποντας παραπέρα τον αδερφό του τον παπα-Γιάννη να πνίγεται νεκρός μέσα στο αίμα, καθώς και τον ανιψιό του λίγο παραπέρα. Σέρνει αργά τα βήματά του από τον πόνο, αλλά και γιατί είναι δυσκίνητος απ’ τη σωματική διάπλασή του. Κάποιος συναγωνιστής του που τον βλέπει τον παίρνει στην πλάτη για να τον σώσει. Ο Ησαΐας όμως τον προτρέπει να τον αφήσει και να φύγει για να μην χαθούν και οι δύο. Φτάνοντας, λοιπόν, σε κάποια ανηφοριά αναγκαστικά υποκύπτει στα παρακάλια του δεσπότη και φεύγει με τις ευλογίες του. Λίγο αργότερα τον βρίσκει αποκαμωμένο, κάτω από ένα πλατάνι, ένας καβαλάρης Έλληνας μαχητής. Αμέσως ξεκαβαλικεύει το άλογο και το προσφέρει στο δεσπότη, καθώς οι Τούρκοι πλησιάζουν απειλητικά. Ο Ησαΐας το αρνείται, αλλά εκείνος το αφήνει και φεύγει τρέχοντας. Όμως ήταν αργά. Οι Τούρκοι τον είχαν σιμώσει και πριν προλάβει ν’ ανέβει πέφτουν αγριεμένοι πάνω του και του παίρνουν το κεφάλι, ενώ ο άγιος ιεράρχης σήκωνε το βλέμμα του προς τον ουρανό και αναφωνούσε τις τελευταίες του λέξεις:
– Παναγία μου, σώσε τουλάχιστον την Πατρίδα!
Ήταν μόλις 43 ετών. Και ήταν ο πρώτος δεσπότης που έπεσε στο πεδίο της μάχης.

Στο μεταξύ, η θέση του Διάκου στα Πουριά, στην Αλαμάνα, γίνεται όλο και πιο κρίσιμη. Οι σύντροφοί του με αυτόν μπροστά παλεύουν σώμα με σώμα. Τα ντουφέκια δε ωφελούν πια. Το γιαταγάνι είναι μονάχα σε χρήση. Τραντάζεται η γη απ’ τα ποδοβολητά. Η τόλμη ανεβαίνει στον ηρωισμό και κάποτε φτάνει στην τρέλα . Ποιος τον είδε τη στιγμή εκείνη και μπορεί να τον βγάλει από το νου του;
Τα εχθρικά βόλια έχουν θερίσει τους συντρόφους του, όσους δεν σκόρπισαν, αφού είχε χαθεί κάθε ελπίδα νίκης. Λίγοι του απομένουν ακόμα και πολεμούν πλάι του. Ο ιπποκόμος του πάει στο Διάκο το άλογό του και τον παρακαλεί να ανέβει και να φύγει. Εκείνος όμως θυμωμένος του αποκρίνεται:
– Ο Διάκος δε φεύγει, δεν αφήνει τους συντρόφους του!
Έχει απομείνει σχεδόν μόνος του κι ακόμα μάχεται. Ένα βόλι του σπάζει το δεξί του χέρι, μα δεν τα χάνει. Αρπάζει το γιαταγάνι με το ζερβί και σκορπά γύρω του το θάνατο.
– Προσκύνα, Διάκο, τον πασά, να σώσεις τη ζωή σου, του φωνάζουν οι Τούρκοι.
– Όσο είναι ο Διάκος ζωντανός πασά δεν προσκυνάει, αποκρίνεται.
Για να τον δειλιάσουν του πετάνε στο ταμπούρι του το κομμένο κεφάλι του δεσπότη Ησαΐα. Μα και αυτό δεν τον λυγάει. Γύρω του κανένας δικός του ζωντανός. Ο Διάκος βλέπει ξεκάθαρα τώρα να ζυγώνει το τέλος του. Και φωνάζει στους συντρόφους του:
– Σκοτώστε με αδέρφια για να μην πέσω στων Τούρκων τα χέρια!
Μα ποιος να τον ακούσει; Μόνο κουφάρια άψυχα κείτονται ολόγυρά του. Και εξακολουθεί να μάχεται με το ζερβί του χέρι. Οι δυνάμεις του, σιγά σιγά τον εγκαταλείπουν. Και τη στιγμή που ορθώνει το γιαταγάνι του να σκοτώσει έναν Αρβανίτη, ένα εχθρικό βόλι κόβει τη λεπίδα και την κομματιάζει. Άχρηστο πια το πετάει πέρα και εξαντλημένος από την αιμορραγία της λαβωματιάς του σωριάζεται λιπόθυμος.
Μέχρι να συνέλθει πέντε Τούρκοι στρατιώτες τον κρατάνε σφιχτά και τον πάνε στους πασάδες τους για να εισπράξουν την αμοιβή τους. Έτσι, δένουν πισθάγκωνα τα χέρια του Διάκου, του αλυσοδένουν τα πόδια, τον φορτώνουν σ’ ένα μουλάρι και τον τραβάνε για τη Λαμία. Ήταν απόβραδο όταν έφτασε η πομπή στη Λαμία. Στο έμπα της Λαμίας χιλιάδες Τούρκοι, άνδρες και γυναίκες, μαζεμένοι, είχαν μάθει τη νίκη των δικών τους και περίμεναν να καλωσορίσουν τους νικητές και να δουν από κοντά τον αρχηγό των γκιαούρηδων. Και σαν τον αντίκρισαν πάνω στο μουλάρι τον υποδέχτηκαν με κοροϊδίες, μα ακόμα και με πετροβολήματα.
Εξαντλημένος ο Διάκος, αισθανόταν τώρα φριχτούς πόνους απ’ τις λαβωματιές του. Μα πιο πολύ πονούσε απ’ τους εξευτελισμούς.
– Δε βρίσκεται από σας κανένα παλικάρι να με σκοτώσει; Γιατί αφήνετε τους Χαλδούπηδες να με παιδεύουν; Εγώ κακούργος δεν είμαι, είπε απευθυνόμενος στους Τούρκους στρατιώτες.
Κι εκείνοι τον ψυχοπόνεσαν. Μπήκαν στη μέση και παραμέρισαν όσους τον έφτυναν και ήθελαν να τον διαπομπέψουν.
Ξημέρωσε του Αγίου Γεωργίου. Ήταν ένα γελαστό πρωινό σαν όλα του Απρίλη. Νωρίς πήγαν το Διάκο στο σεράι του Χαλήλ Μπέη. Άρχισε πρώτος ο Βρυώνης:
– Από λόγος σου, ορέ έγινε τέτοιος πόλεμος;
– Από λόγου μου κι από όσους αγαπάνε την πατρίδα.
– Και δεν ήξερες, ορέ πως θα σ’ έπιανα ζωντανό και πως έχω διαταγή από το Χουρσίτ και από το σουλτάνο να σε ψήσω ζωντανό;
– Αν ήξερα ότι δεν θα σκοτωνόμουνα στον πόλεμο θα κρατούσα μια σφαίρα για τον εαυτό μου.
Μπαίνει στον οντά ένας Αρβανίτης, σωστός άντρακλας, αγκαλιάζει το Διάκο και παρακαλεί το Βρυώνη να μη χαλαστεί ένα τέτοιο παλικάρι. Ο Βρυώνης, κι εκείνος με τη σειρά του, θέλει να τον γλυτώσει για να γίνει σύμμαχός του και να υπηρετεί τους Τούρκους.
– Δεν θέλω ορέ να μου λυπηθείτε εσείς την παλικαριά. Εκείνος που πεθαίνει για την πατρίδα και την πίστη του Χριστού δε φοβάται ούτε σούβλισμα, ούτε ψήσιμο.
Ο Βρυώνης δεν τα παρατάει. Κάνει νέα προσπάθεια στο Διάκο να τουρκέψει. Παίρνει ξανά την ίδια απάντηση:
– Προτιμώ εκατό φορές το θάνατο. Διάκοι σαν εμένα και πολύ καλύτεροί μου είναι χιλιάδες πέρα από την Αλαμάνα. Εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θε να πεθάνω…
Και αρπάζει το δίσκο με τον καφέ και τον πετά έξω απ’ το παράθυρο. Ήταν μεγάλη η προσβολή που κάνει στους δεσμώτες του. Ο Κιοσέ Μεχμέτ βγάζει μόνος του την απόφαση: να σουβλιστεί. Ήρεμος και γαλήνιος άκουσε την καταδίκη του.
Οι Τούρκοι ανάγκασαν τον κατάδικο να σηκώσει ο ίδιος τη σούβλα ως τον τόπο του μαρτυρίου. Ίδια όπως και τότε στο Γολγοθά με το Ναζωραίο. Πλήθος ολόκληρο ακολουθούσε την πομπή που προχωρούσε. Και ήταν μέρα, χαρά Θεού. Ο ήλιος που πλούτιζε με τις ακτίνες του την ανθισμένη φύση, το χορτάρι, οι παπαρούνες και τα αγριολούλουδα με τα χαρούμενα χρώματά τους, τα χελιδόνια που κελαηδούσαν και τα νερά που κελάρυζαν συνέθεταν το ανοιξιάτικο σκηνικό της τραγικής εκείνης ημέρας. Τότε ο Διάκος αυτοσχεδίασε αυτούς τους στίχους:
– Για ιδές καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα π’ ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γη χορτάρι.
Θα πέθαινε με το κρυφό παράπονο πως δε θα ζούσε για να χαρεί μαζί με τους άλλους τη λευτεριά. Σε λίγο έφτασε η συνοδεία με το μελλοθάνατο στον τόπο του μαρτυρίου. Τον ρίξανε μπρούμυτα πάνω σ’ ένα σαμάρι και του περάσανε τη σούβλα που βγήκε από το επάνω μέρος της ωμοπλάτης. Έστησαν ύστερα όρθια τη σούβλα. Ολόρθο τον στήσανε και αυτός χαμογελούσε. Ολόγυρά του, έβαλαν ογδόντα κεφάλια που τα έφεραν από τη μάχη της Αλαμάνας. Ήταν όλα Ελλήνων αγωνιστών. Ανάμεσά τους ήταν και του Δεσπότη Ησαΐα.
Το μαρτύριό ήταν φρικτό και ο μελλοθάνατος άρχισε σιγά σιγά να σβήνει. Γύρεψε νερό να σβήσει τη δίψα του και τα φλογισμένα σωθικά του, μα οι δήμιοι του το αρνήθηκαν και κανένας δεν τολμούσε να ζυγώσει. Και ποιος να τον λυπηθεί; Όλο Τούρκοι ήταν γύρω του. Το αίμα είχε στερέψει απ’ τις πληγές του ήρωα, οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν εντελώς και μόνο η φωνή του μισοσβησμένη ακουγόταν ακόμα. Και λένε, πως κάποιος Αρβανίτης Χριστιανός τον ψυχοπόνεσε και τον πυροβόλησε…
