Κωνσταντίνος Κανάρης
Μια άλλη σπουδαία μορφή του Αγώνα ήταν ο Κωνσταντίνος Κανάρης. Με την πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας στη Χίο τον Ιούνιο του 1822 έγραψε μια από τις ενδοξότερες σελίδες της Ελληνικής Επανάστασης.
Η πίστη του
Ξεκινώντας από το νησί του, τα Ψαρά, για το θρυλικό κατόρθωμά του πήγε πρώτα και προσευχήθηκε μαζί με όλα τα υπόλοιπα παλικάρια του στο ναό του Αγίου Νικολάου. Διηγείται ο ίδιος: «Μία δύναμη με άρπαξε από τη λιτανεία πριν φύγουμε από τα Ψαρά για τη Χίο. Μία δύναμη θεϊκή με γιγάντωσε… Αυτή η θεία δύναμη μου έδωσε θάρρος για να φθάσω με το πυρπολικό μου στην τουρκική ναυαρχίδα… Οι Τούρκοι ήταν τόσοι ώστε εάν έφτυναν πάνω μας, θα μας έπνιγαν αναμφιβόλως… “Εις το όνομα του Κυρίου”, φώναξα εκείνη τη στιγμή. Έκανα το σταυρό μου και πήδηξα στη βάρκα. Οι φλόγες του πυρπολικού μεταδόθηκαν στη ναυαρχίδα που τινάχθηκε στον αέρα και παρέσυρε στο θάνατο χιλιάδες Τούρκους…».
Ταπεινός
Αφού επέστρεψε στα Ψαρά, η Δημογεροντία του απένειμε δάφνινο στεφάνι. Ο δοξασμένος πυρπολητής το δέχτηκε με συγκίνηση και κατευθύνθηκε αμέσως στο ναό του αγίου Νικολάου. Εκεί, αφού έκανε ευλαβικά το σημείο του σταυρού, απέθεσε το στεφάνι στα πόδια της εικόνας της Θεοτόκου.
– Δικό σου είναι, Παναγία μου, ψιθύρισε ταπεινά, και βγήκε από το ναό.

Αποφασισμένος να τα δώσει όλα
Όταν ύστερα από πολλά χρονιά τον ρώτησαν:
– Πώς τον έκανες τον άθλο, Ναύαρχε;
αυτός απάντησε:
– Να, ξύπνησα εκείνο το πρωί και είπα: «Απόψε, Κωνσταντή, θα πεθάνεις».
Είχε «ξεγράψει» τον εαυτό του, γι’ αυτό μπόρεσε να κάνει πράξη το τολμηρό του σχέδιο.
Η προσβολή για την πατρίδα που τόσο αγαπούσε
Το καλοκαίρι του 1825 ξεκίνησε με τα παλικάρια του για την Αλεξάνδρεια με σκοπό να πυρπολήσουν τον εχθρικό στόλο. Σε κάποια ώρα βρέθηκαν χωρίς τροφές και νερό. Ανάγκασαν τότε ένα αυστριακό ιστιοφόρο που βρέθηκε πλάι τους, να τους εφοδιάσει. Πήραν ψωμί, τυρί, ένα βαρέλι σαρδέλες και νερό.
– Δεν έχω χρήματα για να σου τα πληρώσω τώρα, είπε στον αυστριακό καπετάνιο ο Κανάρης. Γράψε μου όμως σ΄ ένα χαρτί πόσο κοστίζουν και ύστερα να μου το δώσεις να υπογράψω.
– Δε θέλω τίποτα, απαντά ο Αυστριακός ικανοποιημένος που γλίτωσε εύκολα.
– Φέρε το χαρτί, είπε αποφασιστικά ο Κανάρης και γράψε 2000 γρόσια. Το έθνος μου θα σου τα πληρώσει! συμπλήρωσε περήφανα.
Ο Αυστριακός που δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία, του λέει προκλητικά:
– Δε θέλω τίποτα. Εξάλλου, δεν έχετε κράτος.
Αναστατώνεται η ελληνική ψυχή του Κανάρη και του δίνει πληρωμένη απάντηση.
– Δεν έχουμε κράτος, μα θα κάνουμε!
Πέρασαν από τότε αρκετά χρόνια. Ο Κανάρης είναι τώρα Υπουργός των Ναυτικών. Μια μέρα μπαίνουν στο γραφείο του ένας παλιός κι αγαπητός συμπολεμιστής του, μαζί μ΄ έναν άλλο, που ο Κανάρης δεν θυμόταν που τον είχε ξαναδεί.
– Καπετάνιε, τον θυμάσαι τον κύριο;
– Όχι, απαντάει ο Κανάρης.
– Κι εγώ δυσκολεύτηκα να τον γνωρίσω. Στο τέλος όμως τον θυμήθηκα. Τον συνάντησα στη Ρουμανία και σου τον φέρνω. Είναι ο Αυστριακός καπετάνιος που πήραμε από το καράβι του τα τρόφιμα.
Άστραψαν τότε τα μάτια του Κανάρη. Το πρόσωπό του όλο φωτίστηκε. Ήταν μονάχα γιατί θα ξεπλήρωνε ένα παλιό του χρέος; Ή και γιατί έφθασε η στιγμή να δικαιωθεί κι εκείνη η απάντηση που είχε δώσει τότε στον Αυστριακό: «Δεν έχουμε κράτος, μα θα κάνουμε!»; Γεμάτος συγκίνηση κι εθνική υπερηφάνεια ρωτάει τον Αυστριακό.
– Το έχεις εκείνο το χαρτί; Δώσε μου το. Με δισταγμό εκείνος του το παραδίδει. Αμέσως δίνει διαταγή ο Υπουργός να πληρωθεί το ποσό στον ξένο πλοίαρχο.
– Δεν πίστευες τότε στα λόγια μου. Τότε δεν είχαμε κράτος, το κάναμε όμως! του πρόσθεσε ο Κανάρης.
