16η Οκτωβρίου

Μαρτύρησε επί αυτοκρατορίας Τιβερίου (14-37 μ.Χ.). Πατρίδα του ήταν η Καππαδοκία και υπηρετούσε στο ρωμαϊκό στρατό στα Ιεροσόλυμα. Ήταν επικεφαλής αξιωματικός των ρωμαίων στρατιωτών στην εκτέλεση της θανατικής καταδίκης του Χριστού. Όταν εκτελούσε τη διαταγή του Πιλάτου, αγνοούσε ποιος ήταν ο Ιησούς, γι’ αυτό παρέστη σε όλη τη διάρκεια της φρικτής τραγωδίας. Όμως η ψυχή του Λογγίνου δεν είχε τις φαρισαϊκές παρωπίδες και την αχρειότητα των ρωμαίων στρατιωτών. Είδε σε βάθος το θύμα και πρόσεξε σ’ αυτό την αγαθότητα, τη σεμνότητα και τη γαλήνη που το διέκρινε. Μετά το θάνατο του Κυρίου, όταν είδε το καταπέτασμα του Ναού να σχίζεται, τη γη να σείεται, τις πέτρες να ραγίζουν και τα μνημεία να ανοίγουν, φωτίστηκε ακόμη περισσότερο. Δε χωρούσε πλέον καμιά αμφιβολία μέσα του, και με όλη του τη δύναμη διακήρυξε ότι «αλήθεια, ο άνθρωπος αυτός είναι υιός Θεού». Χριστιανός πια ο Λογγίνος, παραιτήθηκε από το αξίωμά του και με αξιέπαινο ζήλο διακήρυττε παντού τη θεότητα του Κυρίου. Η είδηση ότι ο Λογγίνος ασπάστηκε και κήρυττε την χριστιανική πίστη εξήγειρε τη μανία των Ιουδαίων και χρησιμοποιώντας την επιρροή, την οποία είχαν στη ρωμαϊκή εξουσία, έπεισαν τον Πόντιο Πιλάτο να διαβάλλει τον Άγιο στον αυτοκράτορα Τιβέριο. Συγκεκριμένα, ο Πιλάτος έγραψε στον αυτοκράτορα, ότι ο Λογγίνος εγκατέλειψε με τρόπο αυθαίρετο το ρωμαϊκό στρατό και ότι είχε γίνει οπαδός μιας νέας θρησκείας. Αφού ανέγνωσε το γράμμα, ο Τιβέριος διέταξε να αποκεφαλίσουν αμέσως τον Λογγίνο.

Περισσότερα...

Έζησε κατά τους χρόνους του Κυρίου μας. Κατά το έθνος ήταν Ιουδαίος. Υπηρετούσε ως εκατόνταρχος στην υπηρεσία του Πιλάτου. Έζησε από κοντά τα Άγια Πάθη του Χριστού. Ήταν παρών στην Σταύρωση και στην Ταφή του Κυρίου. Είναι αυτός ο ίδιος που βλέποντας τον Ιησού να παραδίνει το πνεύμα του στον ουράνιο Πατέρα του, ενώ πάσα κτίσις έτρεμε και συνέβησαν όλα όσα μας αναφέρει η Αγία Γραφή εκείνη την ώρα, ο εκατόνταρχος δόξασε τον Θεό λέγοντας «Αληθώς Θεού Υιός ην Ούτος».

Ήταν ακόμη απ’ εκείνους τους στρατιώτες που έβαλαν οι άνομοι Ιουδαίοι να φυλάνε τον τάφο του Ιησού, πλανεμένοι μήπως έρθουν οι Απόστολοι τη νύχτα και κλέψουν το σώμα Του και πουν στο λαό ότι ανεστήθη από τους νεκρούς.

Είδε τη λάμψη που φάνηκε πάνω από το μνήμα του Ιησού κατά την εβδόμη ώρα και μέσα του βαθιά πίστεψε ότι ο Χριστός είναι ο πραγματικός Βασιλέας όλων, η μόνη αγάπη, η αλήθεια, η πίστη και η διδασκαλία Του η μόνη σωστή πηγή της αλήθειας και κατάλαβε ότι ο Ιησούς σφράγισε με την Σταυρική θυσία του τα όσα δίδασκε στα τρία χρόνια της επίγειας πορείας Του.

Μαζί με δύο στρατιώτες πήγε στους Γραμματείς και Φαρισαίους και τους είπαν ό,τι είδαν: ομολόγησαν ότι ο Χριστός μετά την τριήμερη ταφή Του ανέστη, καθώς προείπε. Αυτοί φοβούμενοι μην πέσει επάνω τους η κατακραυγή του λαού τους, πρόσφεραν πολλά χρήματα για να αποσιωπήσουν την αλήθεια και να διαδώσουν ότι μαθητές έκλεψαν το σώμα του Χριστού. Όμως αρνήθηκαν και οι Γραμματείς με τους Φαρισαίους απ’ εκείνη την στιγμή ζητούσαν τρόπο να βγάλουν απ’ τη μέση τους τρεις μάρτυρες. Ο Λογγίνος από κάποιο φίλο του έμαθε ότι ζητούσαν το κακό του. Τότε έβγαλε την ζώνη και τα διακριτικά της στολής του και πλέον ως απλός στρατιώτης μαζί με τους δύο φίλους του έφυγαν για την Καππαδοκία. Εκεί, ως γνήσιος κήρυκας του Χριστού, διεκήρυσσε το θαύμα που αξιώθηκε να δει με τα ίδια του τα μάτια.

Ο Πιλάτος έβγαλε άδεια από τον Καίσαρα Τιβέριο για τη σύλληψη και τη θανάτωσή τους και έδωσε διαταγή να τους αναζητήσουν στη μακρινή Καππαδοκία. Οι Ιουδαίοι απεσταλμένοι, ίδιοι γύπες σαρκοβόροι, έσπευσαν να εκτελέσουν τη διαταγή του Πιλάτου.

Έφτασαν οι δήμιοι στην Καππαδοκία, όμως δεν γνώριζαν ποιος ήταν ο Λογγίνος. Από σύμπτωση έφτασαν σ’ ένα αγρό που ήταν κληρονομιά του Λογγίνου. Όταν ο Άγιος άκουσε το λόγο που τους έφερε εκεί, φωτίστηκε από Πνεύμα Άγιο και δεν τους αποκαλύφθηκε, παρά μόνο προθυμοποιήθηκε να μείνουν κοντά του, να τους φιλοξενήσει και κατόπιν, αυτός θα τους οδηγούσε σ’ αυτούς που ζητούσαν. Τους περιποιήθηκε όσο πιο καλά μπορούσε, σαν να ήταν οι πιο προσφιλείς του άνθρωποι, ένιωθε πως έφτασε και η δική του ώρα της θυσίας. Μήνυσε στους δύο συναγωνιστές του να έρθουν και όταν ήρθαν αποκάλυψε στους απεσταλμένους του Πιλάτου ποιος ήταν. Έδωσε θάρρος στους δυο φίλους του, μιλώντας τους με φλογερά λόγια για το μαρτύριο που καλούνταν τώρα ν’ ακολουθήσουν. Φωτισμένος εκ των άνω τούς εμψύχωνε με λόγια αγάπης και λάμψη φώτιζε το πρόσωπό του. Οι δήμιοι μαγεμένοι τον άκουγαν και δεν ήθελαν να εκτελέσουν τη διαταγή του Καίσαρα, μαλάκωσε η άπονη και σκληρή καρδιά τους, η αλήθεια έμπαινε τώρα μέσα τους και τα μάτια τους τα τόσο κλειστά από την πλάνη που είχαν περιπέσει τόσα χρόνια οι Ιουδαίοι, έβλεπαν ένα μέρος απ’ αυτό, που τόσα χρόνια δεν μπορούσαν να δουν.

Όμως ο Άγιος είπε ότι είχε έρθει η δική του ώρα και μαζί με τους δύο φίλους του έπρεπε να σφραγίσουν με τη θυσία τους την αλήθεια που είδαν και έζησαν από κοντά, σαν και άλλους στρατιώτες του Ιησού, του μόνου Αληθινού Θεού της Αγάπης και της αιώνιας ζωής.

Κατόπιν, γονάτισαν και οι τρεις προσευχήθηκαν και έτειναν τα κεφάλια. Οι δήμιοι αποκεφάλισαν τους τρεις μάρτυρες. Το κεφάλι του Λογγίνου το έφεραν στον Πιλάτο. Αυτός γέλασε και το πέταξε στην κοπριά. Όμως ο Κύριος ανταμείβει τους μάρτυρές του και ιδού το θαύμα: μια τυφλή χήρα με το γιο της πήγαιναν να προσκυνήσουν στα Ιεροσόλυμα. Ξαφνικά ο γιος της πέθανε και αυτή γεμάτη πίστη παρακαλούσε τον Χριστό να τη βοηθήσει. Τη νύχτα είδε στον ύπνο της κάποιον να κρατά το σώμα του γιου της και να της λέει: «Είμαι ο Λογγίνος ο εκατόνταρχος και βρίσκομαι μαζί με το γιο σου στους κόλπους του Υψίστου Θεού». Της υπέδειξε πού βρισκόταν το άγιο κεφάλι του. Η ταπεινή αυτή γυναίκα υπάκουσε και όταν πήγε εκεί και το ακούμπησε, αμέσως είδε το φως της. Έβαλε ευλαβικά το άγιο κεφάλι σε θήκη, πήρε το σώμα του γιου της και γύρισε στην Καππαδοκία στο χωριό Σαντάλι, όπου το έθαψε μ’ ευλάβεια.

H Εκκλησία μας τιμά τον εκατόνταρχο άγιο Λογγίνο και τους δύο συναγωνιστές του στρατιώτες στις 16 Οκτωβρίου.

Ἀπολυτίκιον

Tὸν Ἥλιον τῆς δόξης Σταυρῷ προσηλωθέντα, καὶ τοῖς ἐν σκιᾷ τοῦ θανάτου ἐκλάμποντα ὡς εἶδες, ηὐγάσθης αὐτοῦ ταῖς ἀστραπαῖς, καὶ ἤθλησας Λογγίνε εὐσεβῶς· διὰ τοῦτο νοσημάτων παντοδαπῶν, λυτροῦσαι τοὺς ἐκβοῶντας· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.