Ο άγιος μάρτυς Ουάρος

19η Οκτωβρίου

Τέκνο των Τυάνων, είχε κι αυτός θερμή και γενναία ευσέβεια, η οποία άνθιζε και θαυματουργούσε κατά τους μεγάλους αγώνες και τις σφοδρές κακοπάθειες της Εκκλησίας. Υπηρετώντας σαν στρατιώτης ο Ουάρος, είχε πολλές φορές εκτελέσει τα καθήκοντα του φρουρού στις φυλακές, στις οποίες κλείνονταν πολλοί χριστιανοί κατά το διωγμό του Διοκλητιανού. Τα παθήματά τους, τον έθλιβαν πολύ. Η γενναιότητα και η γαλήνη τους, τον δυνάμωναν στην πίστη. Ότι ήταν κι αυτός χριστιανός το αγνοούσαν οι ανώτεροί του. Αλλά και οι συστρατιώτες του ειδωλολάτρες δεν το γνώριζαν. Έτσι, δεν υπήρχε εναντίον του καμιά υποψία, κι αυτός επωφελούμενος απ’ αυτό, κατόρθωνε να φέρνει τροφές στους μάρτυρες και να συντελεί στην ενίσχυση και στην παρηγοριά τους.

Κάποια μέρα οι πόρτες της φυλακής άνοιξαν, για να κλείσουν έξι ασκητές, πιστούς και σεβάσμιους άντρες, τους οποίους όμως δε σεβάστηκε η ειδωλολατρική κακουργία και μανία. Ήταν μεταξύ τους και ένας έβδομος, αλλά εκείνος επειδή ήταν ασθενής δεν μπόρεσε να αντέξει στην πορεία και πέθανε καθ’ οδόν. Οι κρατούμενοι αυτοί επιβλήθηκαν τόσο πολύ με τα λόγια και τους τρόπους τους στην ψυχή του Ουάρου, ώστε θέλησε κι αυτός να πεθάνει μαζί τους. Όταν λοιπόν βρέθηκαν μπροστά στο δικαστή, αυτός τους ρώτησε που είναι ο έβδομος σύντροφός τους, τότε ο Ουάρος φλεγόμενος από ζήλο, πλησίασε και φώναξε:

-Eγώ είμαι.

Ο δικαστής έμεινε έκπληκτος. Έπειτα, όταν ο Ουάρος άρχισε να διακηρύττει ότι είναι χριστιανός, ο ηγεμόνας ρώτησε:

-Ποιος είναι αυτός; Σε ποιο τάγμα ανήκει; Ο αξιωματικός του ας μας πει.

Αυτός απάντησε:

-Είναι του τάγματος των Τυανών, στρατιώτης επιφανής.

Μάταια προσπάθησαν να φοβίσουν ή να μεταπείσουν τον Ουάρο, ότι δήθεν θα χαθεί εξαιτίας της ανοησίας του. Εκείνος, σταθερός στη δήλωσή του, απάντησε ότι η πράξη του αυτή ήταν όχι μόνο η τιμιώτερη αλλά και η φρονιμότερη της ζωής του. Άγρια τότε και αλλεπάλληλα τα βασανιστήρια εναντίον του. Ο Ουάρος, πρόθυμος να τα υποστεί όλα, φοβούμενος όμως την ανθρώπινη αδυναμία, στράφηκε προς τους ασκητές και τους παρακάλεσε:

-Ευλογείστε, άγιοι πατέρες, ευλογείστε. Προσευχηθείτε στον Κύριο να με δυναμώσει. Γιατί Εκείνος γνωρίζει την ανθρώπινη αδυναμία, και είναι Εκείνος που είπε: «το μεν πνεύμα πρόθυμο, η δε σαρξ ασθενής».

Και οι ασκητές στρεφόμενοι στον ουρανό, είπαν:

-Ο Θεός, ο Θεός των δυνάμεων, αυτός να στείλει δύναμη από ψηλά, και να θέσει στο κεφάλι σου σωτήρια περικεφαλαία και με ιμάτιο εκδικήσεως να σε ντύσει. Το χέρι Του ας σου δώσει τη δύναμη, να ενισχυθούν τα μπράτσα σου ώστε να μπορέσουν να σου παρασχεθούν τα νικητήρια κατά του εχθρού. ”Εξεγείρου τοιγαρούν, εξεγείρου ένδυσαι την ισχύν του βραχίονός σου”, καθώς λέει η Αγία Γραφή, δες ποιος είναι ο άνωθεν βοηθός αλλά και τι περιμένει εκείνους που έπαθαν γι’ Αυτόν.

Και η δέηση δεν έμεινε χωρίς αποτέλεσμα. Η θεία Χάρη έβαλε στα στήθη του Ουάρου την αδάμαστη καρτερία. Μάταια οι μαστιγώσεις έπεφταν και έσκιζαν τις σάρκες του και ανοίγονταν τα πλευρά του. Ο δικαστής αποπειράθηκε να τον πείσει μήπως και λυπηθεί τη νεότητά του. Αλλά εκείνος δεν απάντησε καθόλου στις προτροπές αυτές και γεμάτος από αίματα καθώς ήταν συνέχιζε να υμνεί τον Θεό και Σωτήρα του Χριστό. Κατά αυτόν τον τρόπο παρέδωσε την αγωνιζόμενη και στεφανωμένη αγία του ψυχή. Τελικά νίκησε. Πέθανε χωρίς ν’ αλλαξοπιστήσει.

Την ίδια μέρα σφάχτηκαν και οι έξι ασκητές, οι οποίοι όλη τη νύχτα ξαγρύπνησαν ικετεύοντας τον Θεό να τους αναδείξει άξιους μιμητές του Ουάρου. Τα λείψανά τους εγκαταλείφτηκαν στον τόπο της θανατικής εκτέλεσης και χέρια χριστιανικά τα έθαψαν τη νύχτα μαζί με το λείψανο του Ουάρου.

Ἀπολυτίκιον

Τῶν Μαρτύρων ζηλώσας τὰ κατορθώματα, μαρτυρικῶς ἠγωνίσω ὐπὲρ τῆς δόξης Χριστοῦ, καὶ καθεῖλες τὸν ἐχθρὸν παμμάκαρ Οὔαρε∙ ἐν γὰρ ἰκρίῳ προσδεθείς, πρὸς τῷ ξύλῳ τῆς ζωῆς, νομίμως ἀποκατέστης, πρεσβευτικῇ χορηγίᾳ, καταφαιδρύνων τὰς ψυχὰς ἡμῶν.