Η αγία Ελέσα

των Κυθήρων

1η Αυγούστου

Η αγία Ελέσα γεννήθηκε στην Πελοπόννησο. Ο πατέρας της ήταν ένας πλούσιος άρχοντας Έλληνας, αλλά ειδωλολάτρης. Η μητέρα της όμως, Ευγενία ήταν μια αγία γυναίκα με πολλές αρετές και πλούσια χαρίσματα. Δεν είχε παιδιά και γι’ αυτό παρακάλεσε τον Θεό να τη λυπηθεί και να την αξιώσει να γεννήσει ένα παιδί. Μια μέρα, ενώ βρισκόταν μόνη στο σπίτι και προσευχόταν, άκουσε μια φωνή από τον ουρανό που της έλεγε: «Σε ελέησε ο Θεός σε ό, τι του ζήτησες και σου έδωσε καρπόν κοιλίας». Όταν γεννήθηκε η Ελέσα (την ονόμασαν Ελέσα από τη φωνή που είχε ακούσει η μητέρα της «Ηλέησε σε ο Θεός»), η μητέρα της την αφιέρωσε στον Κύριο και τη βάπτισε χριστιανή, στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Όσο μεγάλωνε στην ηλικία, τόσο δυνάμωνε η πίστη της και η αγάπη της προς τον Θεό. Μετά από την κοίμηση της μητέρας της, ενώ η Αγία ήταν 14 χρονών, σκέφτηκε ότι δε θα μπορούσε να ζήσει με τον ειδωλολάτρη πατέρα της, ο οποίος ήθελε να την παντρέψει με έναν άρχοντα. Γι’ αυτό μετά από πολλή προσευχή και όταν βρήκε κατάλληλη ευκαιρία, έφυγε, αφού μοίρασε πολλές ελεημοσύνες σε φτωχούς και σε ορφανά, μαζί με δύο δούλες της και ασκήτευε σε ένα βουνό των Κυθήρων (το νησί τότε ήταν τόπος έρημος). Εν τω μεταξύ ο πατέρας της είχε φύγει σε μακρινό ταξίδι.

Όμως, ο πατέρας της έψαξε και την βρήκε και προσπάθησε να τη γυρίσει πάλι πίσω στο σπίτι τους. Αλλά στην άρνηση της Αγίας, αφού τη βασάνισε πολύ, την αποκεφάλισε με τα ίδια του τα χέρια την 1η Αυγούστου 375 μ.Χ.

Περισσότερα...

Καταγωγή και οικογένεια της Αγίας

Η πανένδοξη του Χριστού μας οσιομάρτυρας Ελέσα καταγόταν από την περίφημη γη της Πελοποννήσου και ήταν κόρη ενός πολύ γνωστού και πλούσιου Έλληνα άρχοντα που ονομαζόταν Ελλάδιος, ενώ η μητέρα της ήταν πιστή χριστιανή από τους προγόνους της, σεβόμενη τον Θεό και ονομαζόταν Ευγενία. Ήταν στείρα και παρακάλεσε τον Θεό να την ελεήσει και να την αξιώσει να τεκνοποιήσει, για να το αφιερώσει σ’ Αυτόν και να το οδηγήσει στην αγία και καθολική πίστη.

Γέννηση και παιδικά χρόνια

Κάποια ημέρα λοιπόν, ενώ βρισκόταν μόνη της στο σπίτι και προσευχόταν, άκουσε φωνή από τον ουρανό να της λέει: «Σε ελέησε ο Θεός σε ό, τι Του ζήτησες και σε έχει καταστήσει έγκυο». Αυτή δεν είπε τίποτε στον άνδρα της για το γεγονός αυτό εκείνη την στιγμή, αλλά όταν βεβαιώθηκε, δοξάζοντας τον Θεό, το ομολόγησε στους συγγενείς της και στον σύζυγό της και χάρηκαν όλοι γι’ αυτό. Όταν ήλθε ο καιρός και γέννησε την κόρη, ευχαρίστησε τον Θεό με δάκρυα στα μάτια της για τη χάρη και το έλεος για το οποίο αξιώθηκε και είπε στον άνδρα της: «Ας την ονομάσουμε, αγαπημένε μου σύζυγε, την κόρη μας Ελέσα». Και αυτός αποκρίθηκε: «Ας γίνει το θέλημά σου». Την έστειλε σε έναν ιερέα ο οποίος κατοικούσε κρυφά σε εκείνα τα μέρη και ονομαζόταν Σωφρόνιος και τη βάπτισε εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και την ονόμασε Ελέησαν κατά τη φωνή την οποία είχε ακούσει η μητέρα της: «Σε Ελέησε ο Θεός». Ο Πατέρας του παιδιού, σαν ασεβής που ήταν, ξέχασε την προηγούμενη συγκατάθεσή του και ταράχτηκε από τη βάπτισή της, αλλά όμως, επειδή την αγαπούσε, το ανέχτηκε.

Η κόρη αύξανε σε ηλικία και φρόνηση και κραταιούταν εν πνεύματι, και καθώς έβλεπε την καλή της μητέρα το ίδιο έκανε και αυτή και την ακολουθούσε κάνοντας τα ίδια, υπακούοντας πάντα τις συμβουλές της και έχοντας μεγάλη ευλάβεια στην πίστη του Χριστού και στη Θεοτόκο. Έμαθε από την μητέρα της διάφορες προσευχές και τις έλεγε κάθε ημέρα και βράδυ, έκανε νηστείες και ελεημοσύνες ενώ πήγαινε κρυφά στους ιερείς οι οποίοι τελούσαν λειτουργίες για την σωτηρία της ψυχής της, ενώ την θρησκεία και ασέβεια του πατέρα της, την βδελυσσόταν καθώς και τον ίδιο ως άπιστο και ειδωλολάτρη. Όταν έφτασε στην ηλικία των 14 ετών, η μητέρα της πέθανε. Λίγο πριν κοιμηθεί την κάλεσε κοντά της και της είπε: «Αγαπημένη μου θυγατέρα Ελέσα, νιώθω ότι πλησιάζει το τέλος της εδώ ζωής μου, δε λυπάμαι γι’ αυτό παρά για το ότι θα σε αποχωριστώ και θα σε αφήσω στον πατέρα σου ο οποίος είναι ασεβής και σίγουρα θα περάσεις δύσκολες ώρες κοντά του. Εσύ όμως κόρη μου, φύλαξε την πίστη σου την αγία καθαρή και αμώμητη έως το τέλος της ζωής σου, όπως σε δίδαξα η ταπεινή, γιατί ο Κύριος σε θέλει δική Του, να λάβεις και συ το αμάραντο στεφάνι στην ουράνια Του Βασιλεία, να σε δοξάσει και στη μέλλουσα ζωή». Έπειτα, αφού την ασπάστηκε με δάκρυα και δίνοντάς της την ευχή της και την ευλογία της, άφησε την τελευταία της πνοή.

Η Ελέσα λυπήθηκε πάρα πολύ και έκλαψε πικρά το χαμό την μητρικής αγάπης και συντροφιάς και καλής νουθεσίας. Αλλά όμως, δοξάζοντας τον Θεό, κήδευσε αυτήν χριστιανικά γιατί και ο άντρας της την αγαπούσε υπερβολικά θερμά για τις αρετές της και κανείς δεν τολμούσε να εξετάσει τίποτα γι’ αυτήν, επειδή ο Ελλάδιος ήταν ο πρώτος άρχοντας του τόπου και πολύ πλούσιος. Έτσι, η Ελέσα έμεινε η μόνη κυρία του σπιτιού και διαχειριζόταν τους δούλους και τις υποθέσεις του. Και ποιος να διηγηθεί τις προσευχές και τις νηστείες και τις ελεημοσύνες και πλήθος άλλων καλών πράξεων τις οποίες εκτελούσε με θεάρεστο τρόπο; Κάθε ώρα παρέδιδε τον εαυτό της στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και στην Πανάχραντο Μητέρα Του και παρακαλούσε να την αξιώσει να τελειώσει την ζωή της στην αληθινή πίστη και να τη λυτρώσει από την ασέβεια του πατέρα της. Έναν χρόνο μετά από τον θάνατο της μητέρας της, σκέφτηκε ο πατέρας της ότι η κόρη του είναι σε ηλικία για γάμο και λόγω της ομορφιάς και των αρετών με τις οποίες ήταν στολισμένη, ήταν γνωστή σε όλη την περιοχή και ήταν η εκλεκτότερη απ’ όλες τις συνομήλικες της.

Νεανικά χρόνια

Κάποια ημέρα της είπε ο πατέρας της: «Παιδί μου Ελέσα, βλέπω ότι οι θεοί σε αύξησαν σε ηλικία και χάρη και κάθε φορά που σε κοιτώ μου χαρίζεις μεγάλη χαρά στην καρδιά μου. Θέλω λοιπόν να αναπαυτείς από τα βάσανα για να χαρείς την ζωή σου και γι’ αυτό πρέπει να ακούσεις αυτά που θα σου πω. Και αν τα ακούσεις, εγώ θα σε τιμήσω και θα σου χαρίσω πολλά πλούτη και τιμή μεγάλη που άλλος όμοιά του δεν έχει γευτεί. Θέλω να σε παντρέψω για να χαρώ και εγώ και εσύ να ελευθερωθείς από τις θλίψεις της ορφάνιας. Διάλεξε όποιον θέλεις από τους άρχοντες της χώρας για σύζυγό σου και θα σου τον δώσω μαζί με όλα μου τα πλούτη». Η φρονιμωτάτη, όμως, δούλη του Κυρίου, του απάντησε λέγοντας: «Πατέρα, δεν είμαι ακόμα έτοιμη για γάμο γι’ αυτό σε παρακαλώ άφησέ με λίγο καιρό ακόμα να το σκεφτώ και ο Θεός θα μου δείξει τι πρέπει να κάνω». Παρ’ όλα αυτά ο πατέρας της συνέχισε να την πιέζει επίμονα να παντρευτεί.

Μετά από πολλές μέρες ταξίδεψε ο πατέρας της σε τόπο μακρινό. Η Ελέσα τότε είπε στον εαυτό της: «Ήρθε ο καιρός που περίμενα για τη σωτηρία μου. Εσύ Κύριέ μου, Πολυέλεε και Πολυεύσπλαχνε, με τις πρεσβείες της Παναχράντου σου Μητέρας και όλών σου των Αγίων και με τις ευχές της καλής μου μητέρας η οποία με οδήγησε στη δική σου πίστη, οδήγησέ με σε οδό σωτηρίας και λύτρωσέ με από τα χέρια του ασεβεστάτου πατέρα μου και φύλαξέ με κάτω από την σκέπη Σου». Αμέσως τότε, μοίρασε πολλές ελεημοσύνες σε φτωχούς και ορφανά, ενώ ταυτόχρονα έστειλε μια θαρραλέα δούλη της και βρήκε έναν ναύτη για να τις περάσει κρυφά με το πλοίο του στο νησί των Κυθήρων πληρώνοντάς τον καλά για τον κόπο του. Αφού νύχτωσε και ήταν έτοιμες να φύγουν την παρακάλεσαν οι δούλες της να τις πάρει μαζί της και αυτή βλέποντας την προθυμία τους δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Καθώς βγήκε από την οικία της για να πάει στο πλοίο, σήκωσε τα μάτια της και τα χέρια της στον ουρανό και προσευχόμενη με δάκρυα είπε: «Εσύ Κύριε, που είσαι ο μόνος Παντοδύναμος, σε παρακαλώ οδήγησέ με και φύλαξε την πίστη μου ανόθευτη και Εσένα να ευχαριστώ μέχρι το τέλος της ζωής μου». Αυτά λέγοντας, μπήκε με τις δούλες της στο πλοίο και με θεία βοήθεια, φυσώντας ευνοϊκός άνεμος, έφτασαν στο νησί των Κυθήρων, που ήταν ένας έρημος τόπος κατάλληλος για πνευματική άσκηση γιατί δεν είχε ανθρώπους, αλλά θηρία και φίδια μόνο.

Όταν λοιπόν έφτασαν στο νησί, αποβίβασαν οι ναύτες την Ελέσα και τις δούλες της μαζί με τα πράγματά τους και μετά βγήκαν κάποιοι απ’ αυτούς για να περπατήσουν και να ξεμουδιάσουν, πηγαίνοντας από εδώ και από κει. Κάποια στιγμή ένα θανατηφόρο φίδι δάγκωσε κάποιον απ’ αυτούς και σε μικρό χρονικό διάστημα πρήστηκε όλο το σώμα του και μέσα σε φρικτούς πόνους ξεψύχησε, ενώ οι υπόλοιποι σύντροφοί του λυπήθηκαν πάρα πολύ για τον χαμό του. Όταν έμαθε η Αγία το γεγονός, τους παρηγόρησε λέγοντας: «Μη λυπάστε, διότι εγώ έχω εμπιστοσύνη στον Κύριο μας Ιησού Χριστό που είναι ο αληθινός Θεός και ο οποίος είναι η ζωή και η ανάσταση, ότι θα τον αναστήσει με την παντοδύναμη χάρη Του». Και κάνοντας εκτενή προσευχή προς τον Θεό, έκανε πάνω στο νεκρό σώμα το σημείο του σταυρού και φώναξε δυνατά: «Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο οποίος είναι η ζωή και η ανάσταση των νεκρών, ως Παντοδύναμος να σε αναστήσει, για να δοξαστεί το όνομά Του το Πανάγιο». Αμέσως τότε, αναστήθηκε ο νεκρός και κάθισε και οι υπόλοιποι βλέποντας αυτό θαύμασαν και δόξασαν τον Θεό, ευχαριστώντας και την Αγία. Αλλά φοβούμενοι μην πάθουν και αυτοί τα ίδια τον πήραν στο πλοίο και γύρισαν πίσω. Όταν έφτασαν στην Πελοπόννησο διηγήθηκαν σε όλους τα γεγονότα και το θαύμα το οποίο τέλεσε η Αγία.

Μαρτύριο και κοίμηση της Αγίας

Μετά από πολλές ημέρες γύρισε ο πατέρας της Αγίας στο σπίτι του και μην βρίσκοντας την κόρη του, παρά μόνο μία από τις δούλες του, της είπε: «Που είναι η αγαπημένη μου κόρη;» Εκείνη του απάντησε: «Κύριέ μου, όταν εσύ έλειπες, μετά από λίγες ημέρες κάλεσε η κυρία μου από το λιμάνι έναν ναύτη και μίλησε μαζί του κρυφά και την επόμενη μέρα έφυγε από το σπίτι μαζί με δύο από τις δούλες, αφού πρώτα μοίρασε στους φτωχούς πολλές ελεημοσύνες και λέγοντας σε μένα να καθίσω στο σπίτι και να φυλάξω αυτό μέχρι να γυρίσετε εσείς. Από τότε δεν ξαναγύρισε». Ο πατέρας της λυπήθηκε πάρα πολύ, θλιβόμενος για τη φυγή της κόρης του και αφού έψαξε για να μάθει τι έγινε, του είπανε ότι είχε πάει στο νησί των Κυθήρων και εκεί φανερά ομολογούσε το όνομα του Χριστού και έκανε και πολλά θαύματα.

Μαθαίνοντας ο Ελλάδιος ότι η αγαπημένη του και μονάκριβη κόρη ήταν χριστιανή θύμωσε πάρα πολύ και ορκίστηκε να την βρει και να τη θανατώσει. Έτσι, έψαξε και βρήκε τον ναύτη ο οποίος τη μετέφερε και του ζήτησε να τον μεταφέρει στον τόπο που την είχε πάει δίνοντάς του πολύ καλή αμοιβή. Έτσι, αφού ετοιμάστηκαν, ξεκίνησε ο Ελλάδιος μαζί με άλλους τους οποίους πλήρωσε για να τον βοηθήσουν, στην αναζήτησή του.

Αφού φτάσανε στο νησί και αποβιβάστηκαν στο ίδιο μέρος που είχε κατέβει και η κόρη του, άρχισε να ερευνά επιμελώς την περιοχή και βρήκε την κόρη του εκεί κοντά, σε ένα ψηλό βουνό προς τα ανατολικά του νησιού, η οποία ήταν μαζί με μια δούλη της και ασκήτευαν, ενώ η άλλη δούλη ήταν λίγο μακρύτερα και προσευχόταν κατ’ ιδίαν. Όταν είδε ο Ελλάδιος τη θυγατέρα του με δάκρυα στα μάτια είπε προς αυτήν: «Ελέσα, κόρη μου αγαπημένη, τι είναι αυτό που έκανες σε εμένα τον δυστυχή και ταλαίπωρο και έφυγες από το σπίτι μας και με λύπησες σφόδρα καθώς και όλους τους συγγενείς μας; Δεν σου άρεσε ο τόπος και η χώρα και τα πλούτη μας, οι τιμές που απολάμβανες και όλες οι ανέσεις και ήρθες να μείνεις σε αυτόν τον έρημο και άγριο τόπο μαζί με τα θηρία; Πως άντεξες όλες αυτές τις μέρες να μένεις εδώ και δεν πέθανες από την πείνα και τη γυμνότητα και ταλαιπωρήθηκες τόσο πολύ, εσύ που ήσουν τόσο όμορφη και τώρα είσαι αγνώριστη; Όμως παιδί μου, ας είναι συγχωρεμένες οι νεανικές αυτές ανοησίες σου και άκουσέ με. Έλα τώρα και γύρισε πίσω μαζί μου, να πάρεις πάλι τη θέση σου στο σπίτι μας, γιατί γνωρίζεις καλά ότι δεν έχω άλλη ελπίδα εκτός από εσένα, που είσαι το φως των οφθαλμών μου. Έλα, σήκω να γυρίσουμε».

Η Αγία αφού άκουσε αυτά, είπε προς τον πατέρα της: «Πατέρα, καλά έκανες και ήρθες σε μένα για να πάρω τη συγχώρησή σου σαν γεννήτοράς μου που είσαι. Το να έλθω όμως μαζί σου δεν μπορεί να γίνει». Εκείνος είπε προς αυτήν με αυστηρότητα: «Μην ξαναπείς αυτά τα λόγια. Αν δεν σε είχα βρει θα απέμενες εδώ να γίνεις τροφή των θηρίων. Όμως οι θεοί σε λυπήθηκαν και ιδού εγώ σε βρήκα. Έλα γρήγορα λοιπόν να γυρίσουμε πίσω, ειδάλλως θα σε οδηγήσω πίσω με τη βία. Αλλά σε ρωτώ, για ποια αιτία έφυγες με πολλή ευχαρίστηση και τώρα που σου ζητώ να γυρίσεις πίσω εναντιώνεσαι;» Και η θυγατέρα του αποκρίθηκε: «Εγώ θα σου πω πατέρα την αλήθεια και να μη σου κακοφανεί. Επειδή εσύ ανήκεις σε μια άλλη θρησκεία και εγώ είμαι χριστιανή από τη μικρή μου ηλικία, δεν αρμόζει σε μένα να συγκατοικώ ούτε με σένα ούτε με άλλους ειδωλολάτρες, γι’ αυτό ήρθα σ’ αυτόν τον τόπο και προτιμώ να κατοικώ μαζί με τα θηρία παρά με ανθρώπους ασεβείς και ειδωλολάτρες οι οποίοι είναι περισσότερο ανόητοι και από τα θηρία και λατρεύουν άψυχα, κουφά και αναίσθητα είδωλα, τα οποία κατασκευάζουν με τα χέρια τους και τα σέβονται σαν θεούς. Αλλά εγώ προσκυνώ και πιστεύω τον αληθινό Θεό, ο οποίος δημιούργησε τον ουρανό και τη γη, τα ορατά και τα αόρατα και σε Αυτόν στρέφω την αγάπη μου προτιμώντας να θυσιάσω ακόμα και την ζωή μου υπέρ Αυτού. Ιδού λοιπόν, σου είπα όλη την αλήθεια. Άφησέ με, δώσ’ μου τη συγχώρησή σου και φύγε». Τότε εκείνος της είπε: «Άφησε τις μωρολογίες και έλα να φύγουμε, μη με αγανακτείς και θυμώνω για να μη σου δώσω πολλές πληγές και βάσανα ανήκουστα ή ακόμα και να φτάσω στη θέση να σε θανατώσω».

Τότε, πάλι η μακαρία Ελέσα αποκρίθηκε: «Καλύτερα να πάθω αυτά παρά να έλθω μαζί με σένα στο σκοτάδι των ειδώλων». Τότε ο Ελλάδιος, αφού θύμωσε πάρα πολύ, την άρπαξε από τα μαλλιά και την έσυρε κατά γης χτυπώντας την ταυτόχρονα με ραβδί έως ότου την καταπλήγωσε. Εκείνή , έψαλλέ το «Ελέησόν με ο Θεός». Βλέποντας ο πατέρας της το αμετάθετο της γνώμης της, έδεσε τα χέρια της πίσω από την πλάτη και την κρέμασε από τα μαλλιά σε ένα δέντρο, βασανίζοντάς την με πικρές τιμωρίες και φρικτούς δαρμούς, έως ότου πέθανε και παρέδωσε τη μακαρία ψυχή της στα χέρια του Θεού. Αυτός έλυσε το άγιο και μαρτυρικό σώμα της και το έρριψε στη γη. Όμως, ευθύς η Αγία με τη χάρη του Θεού αναστήθηκε και αφού κάθισε, ευχαρίστησε τον Θεό λέγοντας: «Σε ευχαριστώ Κύριε, Ποιητή ουρανού και γης, ότι με αξίωσες και υπέμεινα διάφορα βάσανα για την αγάπη σου. Σε παρακαλώ να με βοηθήσεις μέχρι τέλους να υπομείνω τα βάσανα και να με λυτρώσεις από τα χέρια του ασεβεστάτου και τυράννου πατέρα μου και να με αξιώσεις της ουράνιας βασιλείας σου. Και αν κάποιος χριστιανός σε παρακαλέσει στο όνομά μου, σε παρακαλώ να του δώσεις το ζητούμενο».

Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο πατέρας της Αγίας γέμισε η ψυχή του με θυμό και προσπάθησε να τη λιθοβολήσει. Η Αγία έτρεξε να φύγει. Τότε, σχίστηκε ένας μεγάλος βράχος του βουνού και πέρασε η Αγία στο απέναντι μέρος (όπως φαίνεται μέχρι σήμερα ο βράχος αυτός) και κλίνοντας τα γόνατα προσευχόταν. Ο θηριόγνωμος πατέρας της έτρεξε από πίσω της και αφού την κτύπησε με μια πέτρα στο πρόσωπο, σπάζοντάς της τα δόντια, βγάζοντας το ξίφος του έκοψε την αγία της κεφαλή την 1η Αυγούστου του έτους 375 μ.Χ. και έτσι έλαβε η Αγία το στεφάνι του μαρτυρίου.