Ο άγιος μεγαλομάρτυς Δημήτριος

ο Μυροβλήτης

26η Οκτωβρίου

Ο Μεγαλομάρτυρας Δημήτριος, γόνος ευσεβούς οικογένειας της ένδοξης πόλης της Θεσσαλονίκης, ήταν υψηλόβαθμος στρατιωτικός στα χρόνια του Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.) και του Μαξιμιανού. Γενναίος και ατρόμητος στρατιώτης του Χριστού και κήρυκας της χριστιανικής πίστης, με πολλές αγαθοεργίες και με μεγάλη δημοτικότητα, ήταν πολύτιμο στήριγμα των χριστιανών της Θεσσαλονίκης και παράδειγμα χριστιανικού μαρτυρίου.

Θα λέγαμε ότι ο άγιος Δημήτριος υπήρξε ο πρώτος κατηχητής της Εκκλησίας μας, διότι χωρίς τον παραμικρό φόβο κατηχούσε τους νέους της πόλης εμπνέοντας σ’ αυτούς τη χριστιανική πίστη. Η δραστηριότητα αυτή του Δημητρίου καταγγέλθηκε στον Διοκλητιανό, ο οποίος τον κάλεσε στα ανάκτορα. Ο Δημήτριος δήλωσε στον Διοκλητιανό ότι πράγματι είναι χριστιανός, διότι μόνο ο Χριστός παρέχει λύτρωση και αιώνια ζωή. Τότε ο Διοκλητιανός διέταξε και τον έκλεισαν στη φυλακή.

Αλλά τις ημέρες εκείνες γίνονταν στη Θεσσαλονίκη αγώνες. Οι ειδωλολάτρες, εκμεταλλευόμενοι τη δύναμη κάποιου Λυαίου, προκαλούσαν τους χριστιανούς να τον αντιμετωπίσουν. Τότε ένας νεαρός χριστιανός, ο Νέστωρ, αφού πήρε την ευχή του Δημητρίου μέσα από τη φυλακή, μπήκε στο στάδιο και νίκησε τον σωματώδη Λυαίο. Ο Διοκλητιανός, όταν έμαθε την αιτία της ήττας του Λυαίου, έστειλε στρατιώτες στη φυλακή και με τη λόγχη σκότωσαν τον Δημήτριο και τον Νέστορα.

Σήμερα ο άγιος Δημήτριος τιμάται ως πολιούχος της Θεσσαλονίκης. Λόγω των πολλών θαυμάτων του μετά το θάνατό του, έλαβε την προσωνυμία του “Θαυματουργού”. Εξαιτίας της ιδιάζουσας ευωδίας που αναβλύζει από το άγιο λείψανό του, ονομάστηκε “Μυροβλήτης”.

Περισσότερα...

Η οικογένειά του

Ο άγιος μεγαλομάρτυς και μυροβλύτης Δημήτριος έλαμψε στα χρόνια που η Μακεδονία και όλη η υπόλοιπη Ελλάδα είχε κατακτηθεί από τους Ρωμαίους. Οι γονείς του ήταν άνθρωποι ονομαστοί, αριστοκράτες, με αρκετό πλούτο και δόξα στην πόλη. Αλλά πιο ονομαστή ήταν η αρετή της ψυχής τους, και ιδίως της μητέρας του, η οποία – όπως επισημαίνουν κάποιοι βιογράφοι του Αγίου – είχε κατακτήσει κάθε αρετή.

Σε αυτό το τόσο λαμπρό οικογενειακό περιβάλλον γεννήθηκε ο Δημήτριος γύρω στο 280 μ.Χ. στη Θεσσαλονίκη. Στα χρόνια εκείνα η πόλη ήταν πολυάνθρωπη και ζωντανή. Η ανάπτυξή της ήταν πολύ γρήγορη. Οι Ρωμαίοι, καταλαβαίνοντας τη στρατηγική και οικονομική θέση της, την έκαναν πρωτεύουσα μιας πολύ εκτεταμένης ρωμαϊκής επαρχίας. Κατά την πρώτη αποστολική περιοδεία του (49-52 μ.Χ.) ο απόστολος Παύλος φτάνει στη μεγάλη μακεδονική πόλη και οργανώνει την πρώτη χριστιανική Εκκλησία της Θεσσαλονίκης. Όταν λοιπόν γεννήθηκε ο Άγιος, η τοπική Εκκλησία είχε αρκετά χρόνια ζωής. Τα προβλήματα όμως που αντιμετώπιζε ήταν πολλά. Αν και αναπτύχθηκε αρκετά γρήγορα και αριθμούσε πολλά μέλη, δεν έπαυε να κυκλώνεται από πλήθος ειδωλολατρών. Την εποχή μάλιστα εκείνη ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός είχε κηρύξει γενικό διωγμό για τους χριστιανούς του κράτους του. Την περιοχή της Ελλάδας εξουσίαζε ως καίσαρας ο Μαξιμιανός, ο επονομαζόμενος Γαλέριος, που είχε διοριστεί από τον Διοκλητιανό. Ορκισμένος εχθρός κι αυτός του χριστιανισμού, εφάρμοζε κατά γράμμα τις διαταγές του αυτοκράτορά του για τους οπαδούς του Χριστού.

Νεανική Ηλικία – Σπουδές

Ο μικρός Δημήτριος γρήγορα ξεχωρίζει για την εξωτερική και εσωτερική του ωραιότητα. Μπορεί η οικογενειακή του ανατροφή να έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του, αλλά ο Δημήτριος φαινόταν από μικρός ότι ήταν προορισμένος για μεγάλα πνευματικά έργα. Γρήγορα ξεχώρισε από τους συνομηλίκους του για τη φυσική ικανότητα που είχε στη μάθηση. Το πιο αξιοθαύμαστο ήταν ότι η παρθενία του, την οποία ασπάσθηκε από τη νεότητά του, δεν περιοριζόταν μόνο στο σώμα, αλλά βασίλευε και στην ψυχή του. Ποτέ δεν επέτρεψε, όπως χαρακτηριστικά αποκαλύπτει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, να περάσει από το νου του κάτι που δεν ήταν θεοσεβές, ούτε προχώρησε σε κάποια πράξη που δεν ήταν θεάρεστη. Συμμάχους της παρθενίας είχε και όλες τις άλλες αρετές, τη σοφία, τη σύνεση, την ανδρεία. Από νέος, έφηβος ακόμη, κατατάχτηκε στο ρωμαϊκό στρατό και η σταδιοδρομία του ήταν πολύ λαμπρή.

Επάγγελμα

Η φήμη του φτάνει μέχρι τον Μαξιμιανό, που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη για να συγκεντρώσει στρατό εναντίον των Ισαύρων που απειλούσαν την επαρχία του. Από τους βασιλικούς ανθρώπους άκουσε πολλές φορές το όνομα του φημισμένου νέου και του γεννήθηκε η επιθυμία να τον γνωρίσει. Όταν παρουσιάστηκε στη σύγκλητο της Θεσσαλονίκης, όλοι σηκώθηκαν να τον υποδεχτούν. Οι αρετές του τον είχαν κάνει αξιοσέβαστο αν και ήταν πολύ νέος. Ο Μαξιμιανός γρήγορα κατάλαβε το μεγαλοφυή χαρακτήρα του Δημητρίου και αμέσως του πρόσφερε μεγάλες δόξες. Τον αναγόρευσε πρώτα σε συγκλητικό της πόλης και μετά από λίγο σε ανθύπατο, φορώντας του την κατάλληλη στρατιωτική στολή, το δακτυλίδι στο χέρι καθώς και τον επίσημο τήβεννο του υπάτου. Δεν είναι ακριβώς σαφές μέχρι πού ήταν τα όρια που έφτανε η επαρχία του Δημητρίου. Ενδέχεται πάντως η εξουσία του υπάτου της Θεσσαλονίκης την εποχή εκείνη να έφτανε μέχρι την Πελοπόννησο.

Λειτούργημα

Η ζωή του όμως αλλάζει ριζικά όταν γνωρίζει τον Χριστό. Δεν ξέρουμε ακριβώς με ποιον τρόπο έγινε η πρώτη γνωριμία του Αγίου με τη χριστιανική πίστη. Πάντως, από εκεί και πέρα η αφοσίωσή του στον Σωτήρα είναι ολοκληρωτική. Δεν παλεύει μόνο για τη σωτηρία της δικής του ψυχής, αλλά ποθεί να δει και άλλους συμπατριώτες του λουσμένους με το φως της Αναστάσεως. Λίγη σημασία πλέον δίνει στο αξίωμά του και ενδιαφέρεται να υπηρετεί τον Θεό και τους συνανθρώπους του. Γίνεται, λοιπόν, ο πρώτος κατηχητής της Θεσσαλονίκης.

Η ζωή του είχε γίνει όλη ένα κήρυγμα. Είχε όμως κι έναν ορισμένο τόπο που συνήθιζε να κάνει τις συγκεντρώσεις, όπου πολλοί Έλληνες προσέρχονταν για ν’ ακούσουν το νεαρό αξιωματούχο του ρωμαϊκού κράτους και διδάσκαλο της Εκκλησίας του Χριστού. Ο τόπος αυτός ήταν μία στοά που λεγόταν Χαλκευτική και βρισκόταν δυτικά από τη μεγάλη αγορά της πόλεως, στη συνοικία των Χαλκέων. Τα πλούσια μεταλλεία της Μακεδονίας έστελναν στην περιοχή εκείνη τα μεταλλεύματά τους, για να τα κατεργαστούν οι χαλκείς (σιδηρουργοί).

Επειδή στον Δημήτριο κατέφευγαν όσοι αγαπούσαν την ευσέβεια, η στοά πήρε το όνομα «Καταφυγή». Σ’ αυτήν την περιοχή κτίστηκε τον 11ο αιώνα ο ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου, ο οποίος μετατράπηκε από τους Τούρκους σε τέμενος, το «Καζαντζιλόρ τζαμισί». Είναι ο από την απελευθέρωση και μετά γνωστός ναός της «Παναγίας των Χαλκέων». Δεν αποκλείεται πάντως οι υπόγειες στοές που δίδασκε ο Άγιος να ήταν αυτές που αποκαλύφθηκαν κάτω από το ναό του Αγ. Δημητρίου μετά την πυρκαγιά του 1917. Οι στοές αυτές ονομάζονταν Κρύπτη και βρίσκονται κάτω από το Ιερό Βήμα του ναού. Υπάρχει βέβαια και η άποψη οι δύο στοές να ήταν ουσιαστικά μία ενωμένη μεγάλη στοά που βρίσκεται κάτω και από τους δύο παραπάνω ναούς.

Ιδιαίτερη όμως αγάπη έδειχνε ο Δημήτριος στους νέους. Στις συγκεντρώσεις των πιστών που γίνονταν στις στοές, μαζεύονταν τα νιάτα της πόλης για ν’ ακούσουν το φλογερό κατηχητή. Τα λόγια του, αλλά κυρίως το παράδειγμα της ζωής του, που το ένιωθαν πολύ κοντινό (ο ίδιος ο Άγιος ήταν νέος), τους οδηγούσε στο δρόμο της αλήθειας και της αγάπης. Τρανή απόδειξη του θεάρεστου έργου του στους νέους ήταν η θυσία του Νέστορα, του εφήβου εκείνου που τόλμησε να μονομαχήσει με το μονομάχο Λυαίο.

Σύλληψη – Ομολογία

Σε κάποια από αυτές τις δαιδαλώδεις στοές συνελήφθη ο άγιος Δημήτριος την ώρα που δίδασκε. Φαίνεται ότι το κήρυγμά του έφτασε μέχρι τ’ αυτιά των αρχόντων της εποχής, που βλέποντας πόσο έδαφος κέρδιζε ο Χριστός στις καρδιές των Θεσσαλονικέων, άρχισαν να καταγγέλλουν τη δράση του Δημητρίου στον Μαξιμιανό.

Το 303 μ.Χ. εκδόθηκε αυτοκρατορικό διάταγμα εναντίον των χριστιανών. Το επόμενο έτος νέο αυτοκρατορικό διάταγμα επέτρεπε τη θανάτωση των χριστιανών. Στον Διοκλητιανό έγινε καταγγελία ότι ο Δημήτριος όχι μόνο δεν σεβόταν τα είδωλα, αλλά και προέτρεπε με παρρησία και δίδασκε να τα καταφρονούν. Ότι ακόμα είχε μανία να μη μένει ούτε μια μέρα ήσυχος αν δεν έφερνε έναν ειδωλολάτρη στη χριστιανική θρησκεία, ότι η τόλμη του ήταν πλέον αφόρητη, ότι δεν λάμβανε υπόψη του καμία αρχή και εξουσία εκτός των αρχόντων της Εκκλησίας του και ότι, κατά την πεποίθησή τους, η θρασύτητά του ήταν τόση, ώστε δεν θα δίσταζε να κάνει στάση εναντίον και αυτού του αυτοκράτορα.

Μία από αυτές τις καταγγελίες έλεγε: «Πολυχρονεμένε βασιλιά μας, οι θεοί ν’ αυξάνουν τη βασιλεία σου. Σε παρακαλούμε να μας επιτρέψεις ν’ αναφέρουμε στην ενδοξότητά σου κάτι σοβαρό που συμβαίνει στη βασιλεία σου. Μη μας πάρεις ως ασεβείς ανθρώπους, επειδή θα καταγγείλουμε τον αφέντη μας. Εμείς περισσότερο ενδιαφερόμαστε για σένα και το συμφέρον της βασιλείας σου και θα σου πούμε την αλήθεια. Μάθε λοιπόν ότι ο Δημήτριος, που τον τίμησε η ενδοξότητά σου με το αξίωμα του ηγεμόνα της Θεσσαλονίκης, αρνήθηκε τη θρησκεία μας και πιστεύει τώρα στον Χριστό. Αυτόν δηλαδή που σταυρώσανε οι Εβραίοι. Και δεν του έφτασε μόνο αυτό, αλλά κάθεται στο διοικητήριό του και κηρύττει φανερά Αυτόν τον Χριστό. Λέει ότι είναι ο αληθινός Θεός. Γι’ αυτό κάθε μέρα οι άνθρωποι που ακούνε την πλανεμένη διδασκαλία του αφήνουν τη θρησκεία μας και γίνονται χριστιανοί» (Αρχιμ. Χαρ. Βασιλόπουλος).

Ο Μαξιμιανός, μόλις άκουσε την καταγγελία, κυριεύτηκε από έκπληξη, λύπη και φόβο. Έκπληξη, γιατί δεν περίμενε ν’ ακούσει τέτοιο νέο για τον ύπατό του. Λύπη, γιατί θα έχανε έναν εξαίρετο άνδρα. Φόβο, γιατί γνωρίζοντας τις ικανότητες του Δημητρίου, θεώρησε σίγουρο ότι θα μπορούσε να προσελκύσει κι άλλους στη χριστιανική πίστη. Δεν θέλησε όμως να πιστέψει αμέσως την είδηση και προσπάθησε να βεβαιωθεί. Κάλεσε λοιπόν όλους τους αξιωματικούς του να προσφέρουν θυσία στα είδωλα. Ο Δημήτριος όμως απουσίαζε από τη θυσία, πράγμα που έβαλε σε μεγαλύτερη υποψία τον Μαξιμιανό. Έστειλε λοιπόν στρατιώτες να βρουν τον ύπατό του. Εκείνοι τον βρήκαν να διδάσκει πλήθος ανθρώπων. Τόσο εξοργίστηκαν, που αφού διασκόρπισαν το πλήθος, συνέλαβαν τον Δημήτριο και τον οδήγησαν μέσα από το δημόσιο δρόμο στο βασιλιά. Μπροστά στον Μαξιμιανό ο Δημήτριος στάθηκε άφοβα, ενδιαφερόμενος μόνο να τιμήσει το αξίωμα που είχε ως στρατιώτης Χριστού.

Ο βασιλιάς λοιπόν είπε στον Άγιο:

– Εγώ σε ανέβασα τόσο ψηλά κι εσύ, Δημήτριε, έτσι με τιμάς; Εγώ σε ανέδειξα άρχοντα της Θεσσαλονίκης και συ δεν βγήκες ούτε ένα μίλι για να με προϋπαντήσεις τώρα που γύρισα νικητής από τον πόλεμο.

– Εγώ, βασιλιά, του αποκρίθηκε ο Δημήτριος, τιμώ τη βασιλεία σου. Τιμώ όμως περισσότερο από σένα τον Θεό του ουρανού και της γης που είναι βασιλιάς όλου του κόσμου.

– Και ποιος είναι αυτός ο Θεός σου και βασιλιάς;

– Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Αυτός είναι Θεός αληθινός και παντοδύναμος, απάντησε ο Άγιος.

– Ώστε αυτό πιστεύεις εσύ και γι’ αυτό δεν καταδέχεσαι εμάς, ανάξιε της τιμής;… Και τι καλό είδες από αυτόν τον Χριστό, ώστε να τον έχεις Θεό και βασιλιά; Δεν σου φτάνουν ο Ζευς και ο Απόλλων και οι άλλοι θεοί; Ο Χριστός σου μόνο είναι Θεός; Εγώ σε τίμησα και σε διόρισα ηγεμόνα όλης της Θεσσαλίας. Και συ τώρα έτσι με πληρώνεις μ’ αυτήν την αχαριστία; Ε λοιπόν, κι εγώ θα σου ανταποδώσω εκείνο που θέλει η αχαριστία σου! Θα σε βασανίσω και θα σε τιμωρήσω με μύρια βάσανα και τιμωρίες φοβερές, για να μάθεις, αχάριστε, ποιος είμαι εγώ και ποιος είσαι εσύ και αν μπορεί τότε ο Θεός σου να κάνει κάτι για σένα!

– Βασιλιά, του αποκρίθηκε ο Άγιος, εγώ τις τιμωρίες και τα βάσανα με τα οποία με φοβερίζεις τα θεωρώ χαρά, αγαλλίαση κι ευεργεσία μου, διότι αυτά θα μου δώσουν τη βασιλεία των ουρανών και τιμή παντοτινή.

Όταν άκουσε τη γενναία απάντηση του Δημητρίου, ο Μαξιμιανός θύμωσε υπερβολικά. Σκεπτόμενος όμως ότι αν τον βασάνιζε και τον σκότωνε θα τον έκανε ήρωα στα μάτια των πιστών, διέταξε να τον φυλακίσουν για να ξεχαστεί απ’ όλους μέσα στα στενά και υγρά ρωμαϊκά κελλιά. Πήραν λοιπόν οι στρατιώτες τον Άγιο και τον οδήγησαν στη φυλακή, όχι την καθαυτό φυλακή, αλλά σε έναν άλλο τόπο βρώμικο και υγρό. Εκεί ήταν παλιά λουτρό, το οποίο βρισκόταν κοντά στην οικία του βασιλιά. Tον έκλεισαν στα υπόγεια του λουτρού εκείνου, όπου χύνονταν όλες οι ακαθαρσίες. Ο Μάρτυρας όμως μέσα σ’ αυτή την άθλια φυλακή προσευχόταν χαρούμενος, διότι σε λίγο θα αξιωνόταν να δώσει και τη ζωή του ακόμη για τον πολυαγαπημένο του Σωτήρα.

Ο σατανάς όμως, βλέποντας τη γενναιότητα και την πίστη του Δημητρίου να μένει αμείωτη και μέσα στο άθλιο κελλί, δοκιμάζει να τον εξαπατήσει. Θέλει να του κλέψει το στεφάνι της νίκης έστω και την τελευταία στιγμή. Είδε, λοιπόν, ο Άγιος μπροστά του ένα μεγάλο σκορπιό, ο οποίος προσπάθησε να τον χτυπήσει με το κεντρί του. Αμέσως όμως ο Δημήτριος κάνοντας το σημείο του σταυρού είπε: «Στο όνομα του Χριστού, ο οποίος είπε να πατάμε πάνω σε φίδια και σκορπιούς και σε κάθε δύναμη του εχθρού». Αυτό είπε και πάτησε πάνω στο σκορπιό και αμέσως εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου κρατώντας χρυσό στεφάνι και του είπε: «Χαίρε Δημήτριε, στρατιώτη του Χριστού! Να έχεις θάρρος, δύναμη και να νικάς του εχθρούς σου». Και λέγοντας αυτά έβαλε το στεφάνι στο κεφάλι του Μάρτυρα.

Ο άγιος Νέστορας

Είχε περάσει ίσως ένας χρόνος από τότε που ο Δημήτριος είχε κλειστεί στη φυλακή για να ξεχαστεί από τους χριστιανούς. Στο στάδιο της Θεσσαλονίκης θα διοργανώνονταν αγώνες προς τιμήν του Μαξιμιανού και του Διοκλητιανού, που βρισκόταν στην πόλη τις μέρες εκείνες. Το πλήθος μαζεύτηκε στο στάδιο γιατί από νωρίς είχε διαδοθεί ότι στους αγώνες αυτούς θα έπαιρνε μέρος κάποιος, ονόματι Λυαίος, με μεγάλη δύναμη, ανίκητος όπως έλεγαν. Και πραγματικά, ως την ημέρα εκείνη ήταν ανίκητος. Ήταν δε τόσο δυνατός και σωματώδης, που και η όψη του προκαλούσε τρόμο. Είχε παλέψει άλλωστε πολλές φορές και κατείχε την τέχνη του αθλήματος άριστα. Όλα όμως αυτά τον έκαναν αλαζόνα και να περιφρονεί τους πάντες. Άλλωστε, έχαιρε της εκτίμησης και της προστασίας του Μαξιμιανού. Εκείνος τον είχε ανακαλύψει στη Σκυθία και τον έφερε μέχρι τη Θεσσαλονίκη.

Δικαιολογημένα ο κόσμος, λοιπόν, ήρθε να δει το θεόρατο αυτό μονομάχο που η φήμη του ήταν τεράστια. Το πλήθος φώναζε ρυθμικά το όνομά του. Ο Μαξιμιανός τάζοντας πολύτιμα και πολλά δώρα στον υποψήφιο που θα πάλευε με τον Λυαίο άρχισε να ρωτάει ποιος επιθυμούσε να παλέψει μαζί του. Περνούσε όμως η ώρα και κανείς δεν παρουσιαζόταν ν’ αντιμετωπίσει τον τρομερό πολεμιστή, ο οποίος όλη την ώρα προκαλούσε δείχνοντας τη δύναμή του.

Σ’ εκείνο το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ένα νεαρό παλληκάρι, έφηβος ακόμη, άφησε τις κερκίδες του σταδίου χωρίς κανείς να τον καταλάβει. Το όνομά του, που ως εκείνη τη στιγμή ήταν άγνωστο, ήταν Νέστωρ και ήταν μαθητής του Δημητρίου. Ο Νέστωρ έτρεξε γρήγορα και πήγε στο λουτρό που ήταν φυλακισμένος ο κατηχητής του και του είπε:

– Δούλε του αληθινού Θεού, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και αφέντη μου, ο βασιλιάς χαίρεται και καυχιέται με τις δολοφονίες του Λυαίου, η ψυχή μου όμως φλέγεται από επιθυμία να παλέψω μαζί του. Μόνο ευλόγησέ με και δυνάμωσέ με να τον νικήσω.

Τότε ο Άγιος κάνοντας το σημείο του Σταυρού στο μέτωπο του Νέστορα του απάντησε προφητεύοντας:

– Πήγαινε και τον Λυαίο θα νικήσεις και για τον Χριστό θα μαρτυρήσεις.

Το μαρτύριο που προφήτευσε ο κατηχητής του δεν τον φόβισε καθόλου, ούτε ανέκοψε την ορμή του. Ήταν τόσο μεγάλη η επιθυμία του να παλέψει με τον Λυαίο, που τίποτα δεν μπορούσε να κάμψει τη θέλησή του. Η διαβεβαίωση άλλωστε του Δημητρίου ότι θα νικούσε τον Λυαίο του έδωσε φτερά. Όταν λοιπόν έφτασε στο στάδιο, φώναξε με θάρρος προς το μεγάλο πολεμιστή:

– Λυαίε, έλα να παλέψουμε οι δυο μας!

Ο βασιλιάς, που καθόταν στο ψηλότερο μέρος για να μπορεί να παρακολουθεί τα αγωνίσματα καλύτερα, όταν είδε ότι αυτός που φώναζε προς τον πολεμιστή του ήταν ένα νεαρό παλληκάρι είκοσι ετών περίπου, του έκανε νόημα να σταθεί μπροστά του:

– Νεαρέ, δεν λυπάσαι τη ζωή σου και θέλεις να παλέψεις με τον Λυαίο; Δεν βλέπεις πόσους έχει νικήσει; Πώς τολμάς να εκτεθείς σε τέτοιο κίνδυνο; Δεν λυπάσαι την ωραιότητά σου και τα νιάτα σου; Μήπως η φτώχεια σε αναγκάζει να παλέψεις για να κερδίσεις τα έπαθλα; Αν είσαι φτωχός, θα σε βοηθήσω εγώ. Αλλά είναι κρίμα να χάσεις τη ζωή σου.

Ακούγοντας αυτά ο Νέστωρ, του απάντησε με νόημα λέγοντας:

– Βασιλιά, εγώ φτωχός δεν είμαι, ούτε περιφρονώ τη ζωή μου, αλλά και πλούτο έχω και τη ζωή μου αγαπώ. Θέλω όμως να παλέψω με τον Λυαίο για να λάβω τιμή. Γιατί, τι να τον κάνω τον πλούτο χωρίς να είμαι τιμημένος; Θέλω λοιπόν να τιμηθώ και να φανώ καλύτερος από τον Λυαίο και γι’ αυτό αποφασίζω να κινδυνεύσω.

Ο Μαξιμιανός, βλέποντας την αποφασιστικότητα του νεαρού, υποχώρησε και του έδωσε την άδεια να παλέψει, βέβαιος για την τύχη του νεαρού παλληκαριού. Αλλά ο Νέστορας αισθανόταν δυνατός. Μπήκε στο στάδιο με πίστη στη νίκη και στα λόγια του Δημητρίου. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει από πού αντλούσε αυτή τη δύναμη ο νεαρός εκείνος.

Το στάδιο σειόταν από τις φωνές του έξαλλου πλήθους που ακατάπαυστα επευφημούσε τον Λυαίο. Ο Νέστωρ με τη δύναμη της νιότης του πήδηξε στο στίβο και φώναξε:

– Ο Θεός του Δημητρίου, βοήθει μοι! Και ο Θεός τον βοήθησε πραγματικά. Με το πρώτο χτύπημα που κατάφερε με το μικρό του ξίφος, ο γιγαντόσωμος και ανίκητος μέχρι τότε μονομάχος έπεσε νεκρός.

Ούρλιαξαν τα πλήθη από την έκπληξη. Ο Μαξιμιανός και ο Διοκλητιανός έμειναν παγωμένοι στις θέσεις τους. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως ένα αμούστακο αγόρι νίκησε τόσο εύκολα το φημισμένο μαχητή. Όταν ο Μαξιμιανός κατάφερε να συνέλθει, φώναξε κοντά του τον Νέστορα:

– Νεαρέ, θέλω να ξέρω με ποια μαγικά κόλπα κατάφερες να νικήσεις τον Λυαίο. Αυτός σκότωσε τόσους ανθρώπους δυνατότερους από σένα και συ τον σκότωσες τόσο εύκολα;

Ο Νέστορας, ψύχραιμος μπροστά στο βασιλιά, του είπε:

– Εγώ, βασιλιά, δεν χρησιμοποίησα μαγικά για να κερδίσω τον Λυαίο. Τον νίκησα με τη δύναμη του Χριστού, του αληθινού Θεού.

Ακούγοντας την απάντηση του γενναίου χριστιανού ο Διοκλητιανός, γέμισε από οργή. Αμέσως διέταξε έναν από τους άρχοντές του, το όνομα του οποίου ήταν Μαρκιανός, να βγάλει τον Νέστορα έξω από τη λεγόμενη “χρυσή πύλη” που ήταν στο δυτικό μέρος της πόλης και να τον αποκεφαλίσει με το μαχαίρι του.

Μαρτύριο

Μόλις μαθεύτηκε ότι ο Νέστορας πριν τη νίκη του είχε επισκεφθεί τον Δημήτριο, αμέσως ο Μαξιμιανός έδωσε εντολή στους στρατιώτες να σκοτώσουν τον Άγιο. Ξεκίνησαν λοιπόν οι στρατιώτες για τα υπόγεια λουτρά όπου ήταν η φυλακή. Βρήκαν τον Δημήτριο να τους περιμένει, έτοιμος να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Πλησίασαν οι στρατιώτες κοντά και με τις λόγχες τους άρχισαν να τον χτυπούν σε όλο το σώμα. Το πρώτο χτύπημα δέχτηκε ο Άγιος στη δεξιά πλευρά, στο ίδιο μέρος που λογχεύθηκε και ο Κύριος πάνω στο σταυρό. Κι αυτό, γιατί μόλις αντίκρισε τους στρατιώτες σήκωσε το δεξί χέρι του για να τον χτυπήσουν. Ο Δημήτριος άφησε την τελευταία του πνοή στις 26 Οκτωβρίου του 303 ή 304 μ.Χ. Το νεκρό σώμα του Μάρτυρα ο Μαξιμιανός διέταξε να το ρίξουν σ’ ένα πηγάδι που υπήρχε εκεί. Αλλά δεν ήταν δυνατόν ο Θεός, για τον οποίο θυσιάστηκε εκείνο το σώμα, να το παραβλέψει μ’ αυτόν τον τρόπο. Και όντως δεν το παρέβλεψε. Κάποιοι χριστιανοί ήρθαν τη νύχτα και βρίσκοντας το σώμα μέσα στο πηγάδι το έβγαλαν, το περιποιήθηκαν με ευλάβεια και το έθαψαν στο σημείο όπου μαρτύρησε.

Κάποιος όμως από τους υπηρέτες του Αγίου, το όνομα του οποίου ήταν Λούπος, που βρισκόταν εκεί την ώρα του μαρτυρίου, έβγαλε όπως μπορούσε τη ματωμένη χλαμύδα του Αγίου και το δαχτυλίδι που φορούσε και το βούτηξε στο μαρτυρικό αίμα. Μ’ αυτό έκανε πολλά θαύματα, όπως θεραπείες αρρώστων, δαιμονισμένων και πολλά άλλα. Οι χριστιανοί πήραν θάρρος από τα θαύματα αυτά. Ο Μαξιμιανός όμως μόλις έμαθε τα γεγονότα διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Η μνήμη του εορτάζεται μαζί με τον άγιο Νέστορα στις 27 Οκτωβρίου.

Το μυρόβλητο λείψανο

Όλοι όσοι εγκωμίασαν τον άγιο Δημήτριο – Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος Παλαμάς, Ιωάννης Σταυράκιος, Ισίδωρος Θεσσαλονίκης κ.λπ.- μιλάνε για το μυρόβλητο λείψανο του αγίου Δημητρίου και γράφουν για τη ροή του μύρου από τον τάφο του. Ένας άλλος εγκωμιαστής του, ο Δημήτριος Χρυσολωράς, μιλάει με λεπτομέρειες για τη ροή του μύρου μέσα στο ναό του αγίου Δημητρίου. Την πρώτη πάντως αναφορά για το μύρο την κάνει ο Ιωάννης Καμινιάτης (10ος αιώνας), ο οποίος και τον ονομάζει Μυροβλύτη, προσωνυμία που συναντάμε μετά συχνά. Ακόμα και το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα έχουμε μαρτυρία της υπάρξεως του μύρου. Ένας Ηπειρώτης λόγιος, ο Ζώτος Μολοσσός, γράφει στο λεξικό των Αγίων Πάντων: «Κι εγώ εις τον τάφον του [του αγίου Δημητρίου] εκ της στήλης έλαβα μύρον ευώδες εις τας χείρας μου μεταβάς προσκυνητής το 1860».

Το λείψανο του Αγίου κινδύνευσε ν’ ακρωτηριαστεί από τους αυτοκράτορες Ιουστινιανό και Μαυρίκιο, που ήθελαν να το μεταφέρουν στην Κωνσταντινούπολη για ευλογία. Ο πρώτος μάλιστα πίστευε ότι χωρίς το λείψανο του Αγίου η αυτοκρατορία δεν ήταν ασφαλής. Ο Άγιος όμως δεν επέτρεψε μια τέτοια ιεροσυλία. Έτσι, κατά τους πρώτους αιώνες δεν έγινε καμιά απόσπαση τεμαχίου από το λείψανο του Αγίου.

Μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης από τους σταυροφόρους το 1204 μ.Χ., ο αρχηγός τους Βονιφάτιος Μομφερατικός αφαίρεσε από το ναό του αγίου Δημητρίου το λείψανο και το έστειλε στην Ιταλία. Υπάρχουν έγγραφα που αναφέρουν ότι το λείψανο «του επιφανούς Θεσσαλονικέως μάρτυρος» μετέφερε στο S. Lorenzo in Campo κάποιος μοναχός από τη Θεσσαλία – έτσι ονομαζόταν η Θεσσαλονίκη από τον 9ο-10ο αιώνα. Τα έγγραφα αυτά χρονολογήθηκαν ότι ανήκουν γύρω στο 12ο με 13ο αιώνα. Μάλλον δηλαδή αυτός ο μοναχός ακολούθησε την πορεία του λειψάνου από τη Θεσσαλονίκη στην Ιταλία, όπως είχε διατάξει ο Βονιφάτιος.

Μετά από οχτακόσια περίπου χρόνια απουσίας, ο Θεός επέτρεψε ώστε τα άγια λείψανα του Αγίου να επιστρέψουν στην αγαπημένη του πατρίδα. Τον Ιούνιο του 1978 στην Ακαδημία Αθηνών έγινε η ανακοίνωση ότι η αρχαιολόγος Μαρία Θεοχάρη ανακάλυψε μετά από πολλή αναζήτηση τα λείψανα του αγίου Δημητρίου σε κρύπτη του Αβαείου του S. Lorenzo in Campo.

Μετά από επίμονες και αλλεπάλληλες προσπάθειες ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων πέτυχε τη συγκατάθεση των αρχών της πόλεως του αγίου Λαυρεντίου και του Αβαείου της για την επιστροφή της αγίας κάρας, η οποία έφτασε στο ναό της Θεσσαλονίκης στις 26 Οκτωβρίου του 1978, ημέρα εορτασμού του, η οποία άρχισε να ευωδιάζει ασταμάτητα. Δύο χρόνια και έξι μήνες αργότερα, μετά από επίμονα διαβήματα αλλά και πολλές προσευχές του άξιου Μητροπολίτη, επανήλθαν και τα υπόλοιπα λείψανα του Αγίου στη βάση τους, εκτός από έξι οστά τα οποία κράτησαν στο Αβαείο.

Το μύρο

Όταν ανεγέρθηκε ο ναός του αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη από τον έπαρχο Λεόντιο το 412 μ.Χ., έγιναν ειδικές υδραυλικές εγκαταστάσεις που οδηγούσαν το αγίασμα από το φρέαρ, στο οποίο είχε βρεθεί το άγιο Λείψανο, στην κρύπτη όπου τάφηκε. Από εκεί, μαζί με το αγίασμα ανάβλυζαν – κατά τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Πλωτίνο (7ος αιώνας) – άφθονες πηγές ιαμάτων.

Το μύρο δεν άρχισε να αναβλύζει από τα πρώτα χρόνια. Η πρώτη μαρτυρία για τη μυροβλησία, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, είναι από τον Ιωάννη Καμενιάτη, ο οποίος έγραψε την ιστορία της αλώσεως της Θεσσαλονίκης από τους Σαρακηνούς, που έγινε το 904 μ.Χ. Το μύρο συλλεγόταν με σωληνώσεις, που φαίνονται και σήμερα, στη μεγάλη μαρμάρινη λεκάνη μπροστά στο παλαιό κιβώριο της κρύπτης, το οποίο βρίσκεται κάτω από το Ιερό Βήμα, εκεί δηλαδή που είχε ταφεί ο Άγιος μετά τη μεταφορά του από το φρέαρ.

Πάντως, το γεγονός είναι ότι η ποσότητα του μύρου ήταν αμείωτη παρά τη συνεχή και αθρόα συλλογή του από τους πιστούς. Για τη συγκέντρωσή του υπήρχαν τα «κουτρούβια», μαρμάρινες κούπες όπου έμπαινε το μύρο. Από αυτές οι πιστοί το έπιναν. Επίσης, βρέθηκαν μικρές μολύβδινες φιάλες με ανάγλυφη τη μορφή του Αγίου, με τις οποίες το μετέφεραν για ευλογία στα σπίτια τους οι πιστοί. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το μύρο δε σταμάτησε να αναβλύζει ακόμη και όταν οι σταυροφόροι μετέφεραν το 1204 μ.Χ. το λείψανο του αγίου Δημητρίου στην Ιταλία.

Ενδιαφέρουσα είναι μεταξύ άλλων και η διήγηση του διακόνου Ιωάννου Σταυρακίου (13ος αιώνας) για κάποιο μοναχό που αμφισβητούσε τη θεία προέλευση του μύρου και που το όνομά του ήταν Βιτάλιος. Αυτός ο μοναχός ονειρεύτηκε ότι στάθηκε πάνω στη λάρνακα του Αγίου. Μαζί με το νεωκόρο του ναού παραμέρισαν την αγία λάρνακα, έβγαλαν τα μάρμαρα του πατώματος και έσκαψαν σε βάθος τριών περίπου μέτρων το λασπωμένο από το μύρο χώμα. Εκεί βρήκαν μια μαρμάρινη σαρκοφάγο. Όταν την άνοιξαν, βρέθηκαν μπροστά στο σώμα του Αγίου, που έμοιαζε ζωντανός, σαν να κοιμάται. Από τις πληγές που προκάλεσαν οι λόγχες ανάβλυζε άφθονο μύρο. Ο Βιτάλιος γεμάτος θαυμασμό προσκύνησε το άγιο λείψανο και γέμισε ένα «κουτρούβιο» με μύρο. Όταν ξύπνησε ο μοναχός, βρήκε να κρατάει στα χέρια του το δοχείο με το μύρο, ενώ ήταν όλος βρεγμένος από αυτό. Με αυτόν το θαυμαστό τρόπο διαλύθηκαν οι αμφιβολίες του σχετικά με τη θεία προέλευση του μύρου.

Ο Δημήτριος Χρυσολωράς (14ος – 15ος αιώνας) μας δίνει πληροφορίες σχετικά με τις φυσικές ιδιότητες του μύρου: «…δεν είναι νερό, επειδή είναι παχύτερο, αλλά ούτε μοιάζει με κάποιο άλλο υγρό της γης. Ούτε ακόμη μπορεί να συγκριθεί με κάποιο από τα αρώματα που παρασκευάζονται… Αντλείται και δεν ελαττώνεται, μεταλαμβάνεται και μένει σαν να μην ήπιε κανείς». Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς χαρακτηριστικά αναφέρει: «Πηγή ακένωτος μύρων αναβλύζει από την πλευρά του μάρτυρος που λογχεύθηκε, αλλά και από όλες τις διατρήσεις του λογχονύκτου σώματος αναβλύζει το μύρο σαν από κρουνούς».

Η τελευταία πληροφορία για τη συνεχή ροή του μύρου προέρχεται από ένα Ρώσο, αγιορείτη επίσης μοναχό, τον Ησαΐα, ο οποίος επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη το έτος 1489. Από αυτόν μαθαίνουμε ότι εκείνη την εποχή τρεις φορές το χρόνο ανάβλυζε μύρο από τη λάρνακα, η οποία βρισκόταν επάνω από τον τάφο του Αγίου: «Την ημέρα της εορτής του εκρέει τόσο μύρο, ώστε δεν κατορθώνεται η περισυλλογή του. Υπάρχει ένα αυλάκι που το διοχετεύει στη θάλασσα…». Η διακοπή του πιθανότατα συνδέεται με τη μετατροπή του ναού σε μουσουλμανικό τέμενος.

Στις ημέρες μας, το 1988, την ημέρα της εορτής του Αγίου, το λείψανο, η λάρνακα και όλες οι εικόνες που υπήρχαν μέσα στο ναό γέμισαν από ευώδες μύρο, το οποίο διανεμήθηκε στους πιστούς.

Ἀπολυτίκιον

Μέγαν εὕρατο ἐν τοῖς κινδύνοις, σὲ ὑπέρμαχον ἡ οἰκουμένη, Ἀθλοφόρε τὰ ἔθνη τροπούμενον. Ὡς οὖν Λυαίου καθεῖλες τὴν ἔπαρσιν, ἐν τῷ σταδίῳ θαρρύνας τὸν Νέστορα, οὕτως Ἅγιε, Μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.