Ο όσιος Αρσένιος

της Πάρου

31η Ιανουαρίου

Ο όσιος Αρσένιος, κατά κόσμον Αθανάσιος, γεννήθηκε στα Ιωάννινα το έτος 1800 μ.Χ. από ευσεβείς και ενάρετους γονείς. Πολύ νωρίς έμεινε ορφανός και από πατέρα και από μητέρα. Σε ηλικία εννέα ετών ήρθε στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, όπου με τη φροντίδα του σχολάρχη αρχιμανδρίτη Γρηγορίου, που ήταν λόγιος και ενάρετος άνθρωπος, γράφτηκε στην εκεί Σχολή.

Στη Σχολή αυτή φοίτησε για πέντε χρόνια. Κατά τα τελευταία χρόνια των σπουδών του γνώρισε τον περίφημο γέροντα Δανιήλ. Αυτόν ακολούθησε στο Άγιο Όρος, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Αρσένιος. Κατά την εξαετή παραμονή του στο Άγιο Όρος έγινε πρότυπο μοναχού. Ακολουθώντας το γέροντά του Δανιήλ ήρθε στην ιερά Μονή Πεντέλης και στη συνέχεια στην Πάρο και μάλιστα στις ιερές Μονές Λογγοβάρδας και Αγίου Αντωνίου Μαρπήσσης.

Κατόπιν, τον βλέπουμε στα νησιά Σίκινο και Φολέγανδρο. Εδώ χειροτονείται διάκονος και διορίζεται ελληνοδιδάσκαλος ωφελώντας πολλαπλά και τα μέγιστα στην πνευματική, ηθική, κοινωνική και εθνική εξύψωση του επιπέδου του λαού. Στη Φολέγανδρο παρέμεινε αρκετά χρόνια εργαζόμενος άοκνα ιεραποστολικώς.

Μετά την κοίμηση του γέροντός του Δανιήλ και παρά τις αντιδράσεις των Φολεγανδρίων, αναχώρησε με το σκεπτικό να επανέλθει στο Άγιο Όρος. Όμως, διερχόμενος από την Πάρο και τη Μονή του Αγίου Γεωργίου, συνάντησε τον εξ Ηπείρου επίσης καταγόμενο αρχιμανδρίτη Ηλία Γεωργιάδη, ιεροκήρυκα Κυκλάδων, άνθρωπο σοφίας και αρετής. Ο γέροντας αυτός, με φώτιση Θεού, προέτρεψε τον Αρσένιο τότε να μη μεταβεί στο Άγιο Όρος, αλλά να παραμείνει στην Πάρο, πράγμα που έπραξε. Όπως στο Άγιο Όρος, έτσι και στη Μονή του Αγίου Γεωργίου της Πάρου ο όσιος Αρσένιος διέπρεψε στους πνευματικούς αγώνες. Η ζωή του ήταν ζωή άκρας ασκήσεως. Προσευχόταν αδιάλειπτα και μελετούσε νυχθημερόν το λόγο του Θεού. Έτρωγε και κοιμόταν ελάχιστα. Τόσο μόνο, όσο να ζει. Ζούσε ως επίγειος άγγελος.

Οι πατέρες, βλέποντας την υπομονή, την ταπείνωση, την πραότητα, την ευσέβεια και την αγιότητά του, του πρότειναν να χειροτονηθεί πρεσβύτερος. Μα αυτός ο μακάριος, από πολλή ταπείνωση και επίγνωση του ύψους της ιεροσύνης, δεν δεχόταν. Παρά ταύτα, κατόπιν πολλών πιέσεων και της προτροπής του τότε μητροπολίτη Κυκλάδων Δανιήλ, δέχτηκε αφήνοντας διαχρονικό υπόδειγμα υπακοής και ιεροσύνης. Διακρίθηκε σε όλες τις αρετές και αναδείχθηκε ισάξιος των παλαιών κορυφαίων του μοναχισμού. Όσο ελάχιστοι, τίμησε την ιδιότητα του ιερέως και την ιδιότητα του μοναχού. Ένεκα τούτου, πλήθη πιστών από τα πέρατα της πατρίδος αθρόως έρχονταν προς αυτόν, για να του εναποθέσουν το βάρος των αμαρτιών και των προβλημάτων τους, για να δεχτούν τη διδαχή και την ευλογία του, για να πνευματοποιηθούν.

Η φήμη του ως Αγίου είχε ήδη περάσει στο λαό του Θεού ενώ ακόμα βρισκόταν στη ζωή αυτή. Μετά από την κοίμηση του γέροντος Ηλία, εξελέγη Ηγούμενος της Μονής Αγίου Γεωργίου. Επειδή, όμως, καθημερινά πλήθη πιστών τον ζητούσαν, αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τις διοικητικές μέριμνες και να στραφεί τελείως στο πνευματικό έργο. Παράλληλα, κάλυπτε και τις λειτουργικές και πνευματικές ανάγκες των μοναζουσών της Μονής Χριστού Δάσους Πάρου.

Η συνεχής καταπόνηση, η σκληρή άσκηση και η σωματική και πνευματική κόπωση υπέσκαψαν την υγεία του. Οι δυνάμεις του άρχισαν να εξασθενούν. Προαισθάνθηκε το τέλος του. Συγκέντρωσε τις μοναχές και τους έδωσε τις τελευταίες του νουθεσίες. Την 30ή Ιανουαρίου του 1877 μ.Χ. μετά τη Θεία Λειτουργία τούς είπε: “Αυτή, παιδιά μου, είναι η τελευταία Λειτουργία που ετέλεσα”. Την επόμενη μέρα, 31η Ιανουαρίου, έπειτα από μια ζωή που υπήρξε θυσία ζώσα προς τον Τριαδικό Θεό και ένας ανέσπερος πνευματικός φόρος, παρέδωσε το πνεύμα του στον Ύψιστο, τον οποίο από βρέφος αγάπησε, υπηρέτησε, δόξασε και στον οποίο εναπόθεσε τη ζωή του. Τα τελευταία του λόγια ήταν τα εξής: “Κύριε, εις χείρας σου παρατίθημι τούτο το ποίμνιο που μου ενεπιστώθης. Σος ειμί εγώ, Κύριε, ότι τα δικαιώματά Σου εξεζήτησα”.

Όλος ο λαός της Πάρου θρήνησε ομοθυμαδόν την κοίμησή του και έσπευσε να αποχαιρετήσει τον Άγιο, τον προστάτη του, τον πνευματικό του οδηγό. Το ιερό του λείψανο τέθηκε επί τρεις ημέρες σε λαϊκό προσκύνημα. Οι εκδηλώσεις ευλαβείας του λαού ήταν απερίγραπτες. Ο λαός της Πάρου και όταν ζούσε ο όσιος Αρσένιος τον θεωρούσε Άγιο, αλλά και αμέσως μετά την κοίμησή του. Η Εκκλησία μας τον Ιούνιο του 1967 τον ανακήρυξε και επίσημα Άγιο.

Ο άγιος Αρσένιος ένεκα της αγιότητός του έλαβε από τον Θεό, και όταν ακόμα βρισκόταν στη ζωή, το χάρισμα των θαυμάτων. Είναι πάρα πολλά τα θαύματά του που ο λαός της Πάρου, αλλά και εκτός Πάρου, γνωρίζει και διηγείται. Έτσι, σε καιρό ανομβρίας ως άλλος προφήτης Ηλίας άνοιξε τους κρουνούς του ουρανού και έφερε βροχή ευεργετική. Αλλά και λάδι μετέφερε μέσα σε καλάθια. Θεράπευε και θεραπεύει ασθενείς, διασώζει από κινδύνους, απομακρύνει δαιμόνια, επιλύει προβλήματα της ζωής και με κάθε τρόπο δείχνει την παρουσία του εντός και εκτός της Μονής Χριστού.

Δεν παρέλειψε και το συγγραφικό έργο. Κάτοχος σπουδαίας παιδείας, όχι μόνο θεολογικής, αλλά και φιλοσοφικής και μαθηματικής, συνέγραψε σπουδαία συγγράμματα, τα οποία όμως δεν διασώθηκαν, εκτός από ένα και μόνο, το βιβλίο που έγραψε το έτος 1832 μ.Χ. στη Φολέγανδρο με τον τίτλο: “ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΝ ΣΥΝΕΡΡΑΝΙΣΘΕΝ ΥΠΟ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ.”

Αυτός είναι σε γενικές γραμμές ο άγιος Αρσένιος ο θαυματουργός. Την 20η Ιουνίου του 1967 έγινε η επίσημη ανακήρυξη του οσίου Αρσενίου ως Αγίου. Ο λαός της Πάρου ιδιαιτέρως τον τιμά και πολύ ευλαβείται τη μνήμη του, η οποία πάνδημα και επίσημα τελείται δύο φορές το χρόνο.

Ο Άγιος εορτάζεται ιεροπρεπώς στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Χριστού (Δάσους) στην Πάρο, όπου βρίσκεται ο τάφος και τα ιερά του λείψανα, δύο φορές το χρόνο: την 31η Ιανουαρίου, ημέρα της κοιμήσεώς του, και τη 18η Αυγούστου, ημέρα της Ανακομιδής των τιμίων λειψάνων του. Επίσης, εορτάζει κατά την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με την καθιερωθείσα προσφάτως Σύναξη των πέντε Αγίων της Παροναξίας, η οποία τελείται στο νεόδμητο ιερό ναό των Ναξίων Αγίων Νικοδήμου του Αγιορείτου και Νικολάου του Πλανά στην πόλη της Νάξου. Ακόμη, εορτάζει την τρίτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου στην Πάρο, όπου επίσης τελείται η Σύναξη των Αγίων.