O άγιος μάρτυς Ευσίγνιος

5η Αυγούστου

Γεννήθηκε στην Αντιόχεια και κατατάχθηκε στον στρατό, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Κωνστάντιος ο Χλωρός (305 – 306 μ.Χ.), πατέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου (306 – 337 μ.Χ. ). Όταν βρισκόταν στο 110ό έτος της ηλικίας του κι ενώ υπηρετούσε ήδη 60 χρόνια στον στρατό (!), αυτοκράτορας ήταν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης (361 – 363 μ.Χ.), ο οποίος προσπαθούσε να επαναφέρει τη λατρεία των ειδώλων, διώκοντας μάλιστα τους χριστιανούς που αντιστέκονταν. Επισκεπτόμενος την Αντιόχεια, ο αυτοκράτορας Ιουλιανός πληροφορήθηκε ότι ένας γέροντας στρατιώτης ήθελε να τον συναντήσει. Ο αυτοκράτορας δέχθηκε και σεβόμενος το γήρας του Ευσιγνίου, πρόσταξε να τον περιποιηθούν. Όταν όμως ο Ευσίγνιος παρουσιάστηκε μπροστά στον Ιουλιανό, όχι μόνο δήλωσε με παρρησία ότι είναι χριστιανός, αλλά δε δίστασε να ελέγξει τον αυτοκράτορα για την επαναφορά της ειδωλολατρείας, υπενθυμίζοντάς του ότι είναι ανηψιός του Μεγ. Κωνσταντίνου, του πρώτου βασιλιά των χριστιανών. Του υπενθύμιζε επίσης, ότι υπήρξε συμμαθητής του Μεγ. Βασιλείου και του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού. Επίσης, ότι διετέλεσε αναγνώστης της εκκλησίας της Νικομήδειας. Για τον Ιουλιανό όμως, δεν ήταν καθόλου ευχάριστος ο έλεγχος. Ο Ιουλιανός δε συνετίστηκε από τα σοφά λόγια του γέροντα, αλλά τον ειρωνεύτηκε και έδειξε μεγάλη ασέβεια. Οργισμένος μάλιστα διέταξε να αποκεφαλίσουν τον Άγιο άνδρα! Τότε, ο Ευσίγνιος γεμάτος από χαρά, είπε: “Ευχαριστώ Βασιλιά. Ο θάνατος με σεβάστηκε στο πεδίο των μαχών για να με εύρει τώρα και να μου δώσει το χτύπημα χάριν του Χριστού. Τέτοιο τέλος είναι άξιο χριστιανού στρατιώτη. Και δοξολογώ τον Ύψιστο, που ευδόκησε να επιφυλάξει για μένα τέτοιο τέλος”. Χρονικά ο μαρτυρικός θάνατός του τοποθετείται περί το έτος 362 μ.Χ.

Ἀπολυτίκιον

Ὡς ἔμπλεως πίστεως τῆς πρὸς Χριστὸν εὐσεβῶς νεάζον τὸ φρόνημα, ἔσχες ἐν γήρᾳ καλῶς, Εὐσίγνιε ἔνδοξε· ὅθεν ὁμολογήσας τὸν ὑπέρθεον Λόγον, ἤλεγξας θαρσαλέως Παραβάτου τὸ θράσος· ἐντεῦθεν μετὰ μαρτύρων ὡς Μάρτυς δεδόξασαι.