7η Μαρτίου

Έζησε στα χρόνια του βασιλιά Ιουστίνου. Αυτός, ως γνωστόν, γεννήθηκε στην πόλη των Σκούπων της Σαρδηνίας, κοντά στον Αξιό ποταμό, από γονείς χωρικούς. Από νεαρή ηλικία μπήκε στη στρατιωτική υπηρεσία. Η ανδρεία του και τα υπόλοιπα ασυνήθιστα πλεονεκτήματά του γρήγορα τον προήγαγαν σε ανώτερα αξιώματα. Έφτασε μάλιστα να αναδειχτεί συγκλητικός και ηγεμόνας των βασιλικών σωματοφυλάκων. Και τέλος, κατά το έτος 518 μ.Χ., όταν πέθανε ο βασιλιάς Αναστάσιος, αναγορεύτηκε διάδοχός του.

Ο Εφραίμ επί της βασιλείας του Ιουστίνου κατείχε το αξίωμα του κόμη και για τη μεγάλη εμπιστοσύνη που του είχαν, όταν η Αντιόχεια γκρεμίστηκε από τους σεισμούς, ήταν αυτός που έστειλαν να επιστατήσει στη διανομή των βοηθημάτων και την ανοικοδόμηση της πόλης. Την αποστολή αυτή την εκτέλεσε άριστα, διότι όχι μόνο συμμορφώθηκε με επιτυχία προς τις βασιλικές οδηγίες, αλλά και εργάστηκε παρηγορώντας τους σεισμόπληκτους κατοίκους, προσκαλώντας τους σε συναθροίσεις και εκφωνώντας θρησκευτικούς λόγους για να ενισχύσει το φρόνημά τους.

Οι Αντιοχείς τόσο τον σεβάστηκαν και τον αγάπησαν, ώστε όταν χήρευσε ο αρχιεπισκοπικός τους θρόνος, ζήτησαν από το βασιλιά και τον Πατριάρχη να τους δώσουν αρχιεπίσκοπο τον Εφραίμ. Αυτός ζήτησε να το αποφύγει προβάλλοντας ότι δεν ήθελε να ανέβει σε τόσο υψηλό αξίωμα, ενώ δεν ήταν παρά ένας απλός λαϊκός. Νίκησε, όμως, η επιμονή των Αντιοχέων και η συγκατάθεση του βασιλιά και του Πατριάρχη. Ο Εφραίμ αναγκάστηκε να υποκύψει και να δεχτεί τη χειροτονία.

Το επισκοπικό του αξίωμα το διαχειρίστηκε επάξια, διακριθείς στην εκτέλεση όλων των καθηκόντων του. Απέναντι στο ποίμνιό του στάθηκε φιλόστοργος και άγρυπνος, διδάσκοντας τακτικά, διοικώντας σωστά, μεριμνώντας για τους φτωχούς, τους ασθενείς και τα ορφανά. Αλλά και γενικότερα αγρυπνούσε και μοχθούσε για την Εκκλησία, η οποία τότε μαστιζόταν από την αίρεση των Μονοφυσιτών. Εναντίον αυτής αντεπεξήλθε με σπουδαία συγγραφή, αλλά και προσωπικά ενεργούσε σπεύδοντας να διαφωτίζει μοναχούς, κληρικούς ή λαϊκούς, οι οποίοι είχαν προσβληθεί από το αιρετικό εκείνο μόλυσμα.

Επί της ποιμαντορίας του Εφραίμ η Αντιόχεια αντιμετώπισε και πάλι σεισμούς. Οι κάτοικοι έντρομοι συσσωρεύονταν στην ύπαιθρο, όπου βασίλευε η αμηχανία που τους ωθούσε σε γογγυσμούς και απελπισία. Ο Εφραίμ θρήνησε για τη νέα αυτή συμφορά, δεν έχασε όμως καιρό ανώφελα. Έτρεχε παντού ενθαρρύνοντας, συμβουλεύοντας, παρηγορώντας, βοηθώντας και μοιράζοντας ελεημοσύνη. Τον ακολουθούσαν και εύποροι πολίτες, οι οποίοι, πιστοί στον πνευματικό τους πατέρα, όσοι απ’ αυτούς δεν είχαν καταστραφεί, με πολλή προθυμία διέθεταν για τους παθόντες αδελφούς τους χρήματα, τροφές, ενδύματα, σκεπάσματα και ξυλεία για την κατασκευή πρόχειρων στεγασμάτων. Οι Αντιοχείς έβλεπαν τη χριστιανικότατη αυτή κίνηση, έργο του καλού τους ποιμένα, και μέσα στη θλίψη τους είχαν την ευχαρίστηση ότι, αν και υπέστησαν τόσο δεινή δοκιμασία, τους δόθηκε μια ευκαιρία να δουν πόσο τέλειο επίσκοπο είχαν, ανεκτίμητο πατέρα και παρηγορητή.

Συνολικά ο Εφραίμ έμεινε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο δεκαοκτώ χρόνια, πάντοτε ο ίδιος, με το ζήλο ακέραιο, με τη ζέση αδιάπτωτη, πλήρης στον ενθουσιασμό του μέχρι τελευταίας πνοής, όπως ήταν και τα πρώτα χρόνια της χειροτονίας του, ανεξάντλητος στην αγάπη και την αφοσίωσή του προς τα πνευματικά του τέκνα, ένας από εκείνους τους γνήσιους ποιμένες οι οποίοι πονούν και ζητούν και το ένα χαμένο πρόβατο.