O άγιος Αιμιλιανός

ο Ομολογητής, Επίσκοπος Κυζίκου

8η Αυγούστου

Κατάγονταν από την Περσία και έζησαν στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου μέχρι και την εποχή του Ιουλιανού του Παραβάτη. Αρχικά ήταν ειδωλολάτρης. Στην χριστιανική πίστη κατηχήθηκε από κάποιον χριστιανό, Άβαρο στο όνομα. Όταν το έμαθαν αυτό οι άνθρωποι του σπιτιού του, εξεγέρθηκαν εναντίον του και ο Δομέτιος αναγκάστηκε να τους εγκαταλείψει. Κατέφυγε στη Νίσιβη της Μεσοποταμίας, στα βυζαντινά σύνορα, όπου βαπτίσθηκε χριστιανός και ενδύθηκε το μοναχικό σχήμα σε κάποιο μοναστήρι. Αναχώρησε από εκεί και κετέφυγε στη Θεοδοσιούπολη, στο μοναστήρι των αγίων μαρτύρων Σεργίου και Βάκχου, όπου ο Δομέτιος καλλιέργησε σε μεγάλο βαθμό τις αρετές του Ευαγγελίου. Εκεί, ο προϊστάμενος της Μονής, αρχιμανδρίτης Ουρβίλ, σπουδαίος ασκητής, τον χειροτόνησε διάκονο, βλέποντας την πνευματική ανωτερότητα του Δομετίου, τη μεγάλη πίστη του αλλά και την ενάρετη πολιτεία του. Αλλά ο αγώνας του Δομετίου δεν ήταν πώς θα αρπάξει αξιώματα, αλλά πώς θα τα αποφύγει. Εγκατέλειψε για λόγους ταπεινοφροσύνης το μοναστήρι και ανέβηκε σε ένα βουνό, όπου έζησε ασκητικά σε μια σπηλιά με δύο μαθητές του. Με τις θαυματουργίες του θεράπευε πολλούς και οδήγησε πολλούς ειδωλολάτρες στην χριστιανική ευσέβεια. Όταν το έτος 363 μ.Χ. ο Ιουλιανός ο Παραβάτης πραγματοποίησε εκστρατεία εναντίον των Περσών και έφτασε στα μέρη εκείνα, έστειλε ανθρώπους του, οι οποίοι τον λιθοβόλησαν μαζί με τους δυό μαθητές του την στιγμή που έψαλλαν μέσα στην σπηλιά την Τρίτη Ώρα.

Ἀπολυτίκιον

Τῆς τοῦ Λόγου εἰκόνος διαγράψας τὴν ἔλλαμψιν, Αἰμιλιανὲ Ἱεράρχα διὰ βίου ὀρθότητας, τὴν ἔνσωμον Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἐδίδαξας τιμάσθαι εὐσεβῶς, διὰ τοῦτο ὡς ποιμένα καὶ ἀθλητήν, τιμῶμεν σε κραυγάζοντες, δόξα τῷ παρασχόντι σοι Ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ δωρουμένῳ διὰ σοῦ, πάσι τὴν ἄφεσιν.